Η αντεγκληματική πολιτική στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος: άλλη μια χαμένη ευκαιρία;

Αθήνα, 1 Δεκεμβρίου 2017

Η αντεγκληματική πολιτική σπάνια έχει αποτελέσει ιδεολογικό διακύβευμα στη χώρα μας. Η ανάδειξή της σε κεντρικό και μείζονος σημασίας ζήτημα του δημόσιου βίου και του δημόσιου λόγου τους τελευταίους μήνες, που κορυφώθηκε τις προηγούμενες ημέρες, παρουσιάζει επομένως καθεαυτή ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το ίδιο ισχύει και για τους όρους υπό τους οποίους διεξάγεται η σχετική συζήτηση.

Η αντεγκληματική πολιτική αποτελεί πρόσφορο τόπο για την πόλωση του πολιτικού ανταγωνισμού με την αντιπαράθεση των συντηρητικών και των φιλελεύθερων προσεγγίσεων που τη συγκροτούν. Το δόγμα «νόμος και τάξη» και το πρότυπο της «μηδενικής ανοχής» (στην αταξία, ώστε αυτή να μην εξελιχθεί σε σοβαρή εγκληματικότητα και να παταχθεί η τελευταία) υποστηρίζουν την αυστηρή καταστολή και προτάσσουν την ασφάλεια που επιδιώκεται με την περιστολή δικαιωμάτων και ελευθεριών και με την αχρήστευση των εγκληματιών. Τα πρότυπα και τα κινήματα της κοινωνικής δικαιοσύνης, του ποινικού εγγυητισμού και της ελάχιστης ποινικής παρέμβασης με τις διάφορες εκδοχές και παραλλαγές τους παραπέμπουν σε αποκλιμάκωση της ποινικής καταστολής και σε εξωποινικές παρεμβάσεις εξισωτικού και συμφιλιωτικού - αποκαταστατικού χαρακτήρα, με έμφαση στην προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και τον περιορισμό των κοινωνικών προβλημάτων. Αυτά τα διαμετρικά αντίθετα χαρακτηριστικά, επιμέρους στοιχεία των οποίων μπορεί και να συνυπάρχουν, καθιστούν την αντεγκληματική πολιτική αιχμή του δόρατος σε συνθήκες μετωπικής σύγκρουσης μεταξύ των εκάστοτε διεκδικητών και διαχειριστών της εξουσίας.

Εν προκειμένω, η διαμάχη για την αντεγκληματική πολιτική διαμορφώθηκε μετά από μια οξεία αντιπαράθεση για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και το θεμιτό της άσκησης κριτικής στις δικαστικές αποφάσεις και την παρατεταμένη καλλιέργεια κλίματος ανασφάλειας και φόβου που οικοδομήθηκε με την ανάδειξη επιλεγμένων εγκληματικών περιστατικών με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, άλλοτε πραγματικά και άλλοτε παραποιημένα.

Η θεματολογία που προβάλλει την αποδόμηση της αντεγκληματικής πολιτικής είναι ευρέως γνωστή:

  • έξαρση των φαινομένων βίας και εγκληματικότητας,
  • ανοχή στην αταξία και την παρανομία που σε πολλές περιπτώσεις είναι σχεδιασμένες και οργανωμένες από συγκεκριμένες ομάδες που δρουν σε ορισμένους χώρους,
  • αποδυνάμωση αστυνομικών υπηρεσιών και ανεπαρκής αστυνόμευση,
  • κατάργηση φυλακών υψίστης ασφάλειας,
  • εσπευσμένη, μαζική και άκριτη αποφυλάκιση κρατουμένων με επίκληση της ανάγκης για αποσυμφόρηση των φυλακών με αποτέλεσμα την τέλεση νέων, σοβαρών και βίαιων εγκλημάτων από τους αποφυλακισθέντες,
  • χορήγηση αδειών εξόδου σε επικίνδυνους κρατουμένους, οι οποίοι δεν πρέπει να λαμβάνουν άδειες λόγω του εγκληματικού παρελθόντος τους ή λόγω του ότι τις χρησιμοποιούν για να συνεχίσουν την εγκληματική δραστηριότητά τους,
  • γενικευμένη αίσθηση πλήρους ανομίας και ένταση του αισθήματος ανασφάλειας των πολιτών.

Η λογική από την οποία απορρέει αυτή η θεματολογία προϋποθέτει τις εξής παραδοχές:

  • Η εγκληματικότητα ως κοινωνικό πρόβλημα ταυτίζεται με τη βία και την αταξία που βρίσκονται σε έξαρση, η οποία τεκμαίρεται με την επίκληση επιλεγμένων παραδειγμάτων που απασχολούν με ιδιαίτερη έμφαση τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και τον δημόσιο λόγο.
  • Η αστυνομία αποτελεί το κύριο (αν όχι το μόνο) εργαλείο για την πρόληψη και τον έλεγχο της εγκληματικότητας. Η παρουσία της στους χώρους που αναπτύσσονται οι καθημερινές δραστηριότητες των ανθρώπων (σε περιοχές κατοικίας και συγκέντρωσης για μετακίνηση και ψυχαγωγία κ.λπ.) και η αστυνόμευση των χώρων αυτών δεν επιτρέπουν την εκδήλωση εγκληματικών πράξεων.
  • Η ποινή κατά της ελευθερίας και η φυλακή παραδειγματίζουν, αποτρέπουν το έγκλημα και σωφρονίζουν. Η χορήγηση αδειών σε ορισμένους κρατούμενους όπως και η ταχεία αποφυλάκισή τους για να ελεγχθεί το φαινόμενο του υπερπληθυσμού των φυλακών επιτρέπει σε ένα μεγάλο «εγκληματικό δυναμικό» να (επανα-)δραστηριοποιηθεί, προσβάλλοντας τα αγαθά των πολιτών.
  • Η ανεξέλεγκτη βίαιη εγκληματικότητα, η απουσία της αποδυναμωμένης αστυνομίας από τις εγκληματολογικά προβληματικές περιοχές και η υποτροπή των κρατουμένων οι οποίοι λαμβάνουν άδειες ή αποφυλακίζονται πρόωρα και χωρίς κριτήρια, πριν προλάβει η ποινή να ασκήσει την εγκληματοπροληπτική λειτουργία της, δημιουργούν στους πολίτες φόβο θυματοποίησης και εντείνουν το αίσθημα ανασφάλειας.

Η απάντηση στις αιτιάσεις που επικαλούνται γενικευμένη ανομία και συνεχόμενη διασάλευση της δημόσιας τάξης και τη λογική που υποστηρίζει τις αιτιάσεις αυτές, περιλαμβάνει:

  • την αμφισβήτηση της θέσης ότι η εγκληματικότητα και η ανομία εμφανίζονται αποκλειστικά σε συγκεκριμένους χώρους και αποδίδονται σε συγκεκριμένους κύκλους δραστών,
  • την απαρίθμηση σειράς επιτυχιών της αστυνομίας στην εξιχνίαση σοβαρών υποθέσεων κοινού και οργανωμένου εγκλήματος με ειδική αναφορά στην εξάρθρωση κυκλωμάτων διακίνησης ναρκωτικών,
  • την προβολή επιμέρους μεταρρυθμίσεων, βελτιωτικών της οργάνωσης και της λειτουργίας των αστυνομικών υπηρεσιών,
  • την παράθεση συγκριτικών στατιστικών δεδομένων που δείχνουν μείωση της εγκληματικότητας (εν προκειμένω μεταξύ του πρώτου εξαμήνου του 2016 και του αντίστοιχου εξαμήνου του 2017) και μάλιστα σε κατηγορίες εγκλημάτων που υποστηρίζεται ότι επηρεάζουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών (όπως οι ανθρωποκτονίες, οι ληστείες σε οικίες, οι αρπαγές τσαντών και οι κλοπές – διαρρήξεις οικιών και καταστημάτων) καθώς και οι υποθέσεις παράβασης πνευματικής ιδιοκτησίας, σεξουαλικής εκμετάλλευσης, αποπλανήσεων, πλαστογραφίας και απάτης.

Η συζήτηση αυτή «λησμονεί», μεταξύ άλλων, ότι:

  1. Η εγκληματικότητα δεν αναφέρεται μόνο σε πράξεις βίας, εκμετάλλευσης και εξαπάτησης με δράστες που προέρχονται από τα χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, όπως αυτοί που κατά κανόνα εντάσσονται στους κύκλους στους οποίους στρέφεται η αστυνομική δράση, που καταδικάζονται από τα δικαστήρια και αποτελούν τον πληθυσμό των φυλακών, αλλά και σε μια σειρά άλλων συμπεριφορών που προσιδιάζουν στη ζωή, τις συναλλαγές και τις δραστηριότητες των ευυπόληπτων και οικονομικά ή και πολιτικά ισχυρών. Οι τελευταίοι όμως, συνήθως δεν απασχολούν τους φορείς του τυπικού κοινωνικού ελέγχου και δεν υφίστανται τις καταλυτικές συνέπειες της ενεργοποίησής του.
  2. Η αστυνομία, που ιστορικά διαμορφώθηκε για να ελέγχει τη δυσαρέσκεια και να εμποδίζει τις κινητοποιήσεις των λαϊκών στρωμάτων, δεν είναι η πανάκεια για την πρόληψη της εγκληματικότητας καθώς οι παρεμβάσεις της αφήνουν ανεπηρέαστες τις κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους που συντελούν στην εμφάνιση του εγκληματικού φαινομένου στις συμβατικές μορφές του και δεν είναι πρόσφορες για τη διαπίστωση και τον έλεγχο των σοβαρών ζημιογόνων δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται στο πλαίσιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της αγοράς.
  3. Οι εγκληματολογικές στατιστικές γενικά και οι αστυνομικές στατιστικές ειδικότερα δεν αποτυπώνουν αξιόπιστα και αντιπροσωπευτικά την κοινωνική πραγματικότητα του εγκλήματος. Μάλλον την κατασκευάζουν, ανάλογα με τα στοιχεία που επιλέγεται κάθε φορά να τηρούνται, τον τρόπο τήρησης των στοιχείων αυτών, τις προτεραιότητες που δίδονται για την καταγραφή τους κ.λπ., πάντα με την κρίσιμη επιφύλαξη που δημιουργείται από την ύπαρξη του «σκοτεινού αριθμού», δηλαδή τα εγκλήματα που για μια σειρά από λόγους δεν καταγράφονται ποτέ σε καμιά εγκληματολογική στατιστική.
  4. Η στέρηση της ελευθερίας με τον εγκλεισμό στις φυλακές ενός μικρού ποσοστού όσων από τους κατηγορουμένους καταδικάζονται από τα ποινικά δικαστήρια, δεν έχει γίνει ποτέ δεκτό ότι «σωφρονίζει». Αντιθέτως, η φυλακή θεωρείται «σχολείο» που προάγει και ενισχύει την εγκληματικότητα. Η παραμονή σ’ αυτήν, ιδίως όταν είναι μακρόχρονη, εκτιμάται ότι έχει καταστροφικά αποτελέσματα για τη ζωή όχι μόνο των κρατουμένων, αλλά και των προσώπων που εξαρτώνται από αυτούς. Έτσι, είναι τουλάχιστον ανακόλουθο να αποκηρύσσονται με ανταποδοτική εκδικητικότητα οι θεσμοί που διευκολύνουν τη διατήρηση ή επιτρέπουν την αποκατάσταση των δεσμών των κρατουμένων με το ευρύτερο περιβάλλον και να υποστηρίζεται (ίσως και χωρίς να γίνεται αντιληπτό από τους εκφραστές αυτής της αντίληψης) ότι οι κρατούμενοι πρέπει ουσιαστικά να στερούνται της προοπτικής της εξόδου τους από τη φυλακή.
  5. Το πρόβλημα του υπερπληθυσμού των κρατουμένων είναι ένα από τα πιο σοβαρά θέματα που απασχολούν την επιστημονική κοινότητα, τις εθνικές αρχές και τους διεθνείς οργανισμούς. Η λήψη έκτακτων μέτρων που μειώνουν τον πραγματικό χρόνο έκτισης της ποινής, τα οποία τελικά παγιώνονται, είναι απολύτως απρόσφορη λύση καθώς ενεργοποιεί τιμωρητικά αντανακλαστικά και τροφοδοτεί ισχυρισμούς για την απίσχνανση της αντεγκληματικής πολιτικής, χωρίς να έχει καμιά επίδραση στους βασικούς παράγοντες που οδηγούν στην επιβολή δικονομικών μέτρων και την έκτιση κατά κανόνα μακροχρόνιων ποινών στερητικών της ελευθερίας (εγκληματοποίηση, ποινικοποίηση, απουσία εναλλακτικών κυρώσεων και μέτρων κ.λπ.). Αυτοί οι παράγοντες πρέπει να τεθούν επί τάπητος και να συζητηθούν αναλυτικά.


Η συζήτηση για την (αν-)ασφάλεια, την εγκληματικότητα και την αντεγκληματική πολιτική διεξάγεται για μια ακόμη φορά με φωνές και βάσει εντυπώσεων, χωρίς επεξεργασμένα και τεκμηριωμένα επιχειρήματα. Για να μπορεί η συζήτηση αυτή να οδηγήσει σε ένα πλαίσιο αναφοράς που θα απαντά στις προκλήσεις της εποχής και θα περιλαμβάνει τη διατύπωση μιας πρότασης που θα αντέχει στον κριτικό έλεγχο είναι αναγκαίο:

  1. Να αναδειχτούν όλες οι πτυχές και εκδοχές της εγκληματικότητας και οι διαφορετικοί συντελεστικοί παράγοντές της (από τον αποκλεισμό, την περιθωριοποίηση και την ανάγκη επιβίωσης έως την εκμετάλλευση των άλλων και την απληστία για απόκτηση πλούτου και δύναμης).
  2. Να επαναπροσδιοριστεί ο ρόλος της αστυνομίας στην κατεύθυνση ενός διαρκούς διαλόγου με το κοινωνικό σώμα για τον καθορισμό των αναγκών προστασίας εκείνων των τμημάτων του που είναι εκτεθειμένα σε προσβολές θεμελιωδών δικαιωμάτων.
  3. Να επανεξεταστεί ο τρόπος συλλογής και επεξεργασίας των στατιστικών πληροφοριών που χρησιμοποιούνται για να αποτελέσουν μέτρο σύγκρισης των τάσεων της εγκληματικότητας και που, αντί να διαφωτίσουν, συσκοτίζουν τις ούτως ή άλλως ανεπαρκείς πληροφορίες που διαθέτουμε γι’ αυτήν, αναπαράγοντας υπάρχουσες αντιλήψεις και εμποδίζοντας την αναθεώρησή τους σε αντιστοιχία με την κοινωνική πραγματικότητα.
  4. Να προωθηθούν οι θεσμοί και τα μέτρα που συμβάλλουν στην αλλαγή αντίληψης για τη μεταχείριση όλων των κρατουμένων, στην κατεύθυνση της επί ίσοις όροις επιστροφής τους στον κοινωνικό βίο μετά την έκτιση της ποινής τους και της προετοιμασίας γι’ αυτό κατά τη διάρκειά της.
  5. Να αναθεωρηθούν οι εγκληματοποιήσεις και ποινικοποιήσεις που καθιστούν την ποινική νομοθεσία κεντρικό ρυθμιστή της κοινωνικής ζωής βάσει της βλαπτικότητας των συμπεριφορών που τυποποιούνται ως εγκλήματα και με την πρόβλεψη εύλογων, αναλογικών ποινών που θα επιβάλλονται με συνεκτίμηση της κοινωνικής θέσης και κατάστασης των δραστών.

Τα ανωτέρω προϋποθέτουν ότι, έστω και μετά από αδράνεια δεκαετιών, θα θεσμοθετηθεί ένας ανεξάρτητος επιστημονικός φορέας για την επεξεργασία της αντεγκληματικής πολιτικής.

 

Το Δ.Σ. της ΕΕΜΕΚΕ

 

Δελτίο Τύπου

Αθήνα, 22 Νοεμβρίου 2017

 

Ο τραυματισμός της συναδέλφου μας Αναστασίας Τσουκαλά στα επεισόδια που ακολούθησαν για μια ακόμη φορά τις εκδηλώσεις μνήμης για το Πολυτεχνείο, λυπεί ιδιαίτερα την κοινότητα των εγκληματολόγων και τους πανεπιστημιακούς γενικότερα. Όσα συνέβησαν το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου 2017 λαμβάνουν διαστάσεις τραγικής ειρωνείας, λαμβανομένης υπόψη της συστηματικής ενασχόλησης της κ. Τσουκαλά με τον εκδημοκρατισμό της αστυνομίας και με την υπεράσπιση ανθρώπων που έχουν υποστεί προσβολές των δικαιωμάτων τους από τον μηχανισμό καταστολής. Εκφράζουμε την αμέριστη συμπαράστασή μας στη συνάδελφο και ευχόμαστε να έχει θετική έκβαση η περιπέτειά της, με ταχεία και πλήρη αποκατάσταση της υγείας της. Παράλληλα, οφείλουμε να καταδικάσουμε όχι μόνον τον δράστη ή τους δράστες της ενέργειας αυτής, αλλά και τις συνθήκες που εδώ και καιρό, για την ακρίβεια χρόνια τώρα, καλλιεργούνται ειδικά στα Εξάρχεια.


Εκτιμούμε, ότι η στάση και η βία που αναπτύσσονται με προσχηματικές αφορμές, επετειακά ή συγκυριακά, από την πλευρά ορισμένων ομάδων αυτοπροσδιοριζόμενων ή χαρακτηριζόμενων ως «αντιεξουσιαστών», που δήθεν εκφράζουν ένα χώρο στον οποίο εμφανίζονται και αλληλεπιδρούν πολλές ουσιωδώς διαφορετικές τάσεις, δεν έχει κανένα νόημα. Αντικειμενικά πρόκειται για τακτικές βαθύτατα συντηρητικές αν όχι προβοκατόρικες, χωρίς κανέναν κοινωνικό χαρακτήρα. Πρόκειται για ένα είδος βίας που δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να συσχετίσει με κάποια κοινωνική εξέγερση ή με κοινωνικά αιτήματα, πολιτική στράτευση ή ακόμα και με τη φτώχεια ή τις οξυμμένες ανισότητες. Αυτή η βία τείνει να αντιμετωπίζεται πλέον ως μια κανονικότητα, μια ατραξιόν της περιοχής που σε κάποιους διαδικτυακούς τόπους αποκαλείται «ακτιβιστικός τουρισμός». Ωστόσο, ο τρόπος που όλα αυτά συμβαίνουν, μάλλον εχθρότητα προς τα κοινωνικά κινήματα και τις ελευθερίες εκφράζει και καλλιεργεί την κοινωνική βαρβαρότητα.

 

Εκ πρώτης όψεως, το βάρος της κλιμάκωσης των συγκεκριμένων συνθηκών, φέρουν και οι δύο άμεσα εμπλεκόμενες πλευρές (ομάδες αυτοπροσδιοριζόμενων ή χαρακτηριζόμενων ως «αντιεξουσιαστών» και αστυνομία), είτε προκαλώντας είτε αντιδρώντας στις προκλήσεις. Την ουσιαστική ευθύνη, όμως, έχουν οι πολιτικές ηγεσίες, οι συντεταγμένοι πολιτικά χώροι, θεσμοί, κινήματα και άλλοι παράγοντες, που δεν έχουν μέχρι τώρα θελήσει να δώσουν μια λύση στο πρόβλημα των συστηματικών ταραχών και καταστροφών, η οποία να υπερβαίνει την επιχειρησιακή καταστολή. Αντίθετα, ως τώρα είναι ακριβώς αυτή η καταστολή που, ως αποκλειστική απάντηση στο δόγμα «βία για τη βία» που κατευθύνει τις ενέργειες ορισμένων ομάδων και σε συνδυασμό με αυτές, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο των προβλημάτων βίας αλλά και κατάχρησης εξουσίας που κατά καιρούς έχουν διαπιστωθεί.


Αυτές οι συνθήκες αποτελούν το ευρύτερο πλαίσιο της επίθεσης σε βάρος της Αναστασίας Τσουκαλά. Τα πρόσφατα γεγονότα, εκτός του ότι θα πρέπει να διαλευκανθούν, πρέπει να αποτελέσουν το έναυσμα για μια συνολική στροφή της πολιτικής για τη δημόσια τάξη, τη θεώρηση της βίας και των κοινωνικών προβλημάτων, δεδομένου ότι η άσκηση των συλλογικών δικαιωμάτων και το δικαίωμα κάθε ανθρώπου στην ασφαλή και ομαλή καθημερινότητα, δεν είναι δυνατό να τίθενται σε ομηρία από την αυθαίρετη δράση κανενός θεσμικού ή κοινωνικού, συντεταγμένου ή μη χώρου.

Παρατηρήσεις επι του στρατηγικού σχεδιασμού της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για το σωφρονιστικό σύστημα 2018-2020

 

Αθήνα, 7 Ιουλίου 2017

 

Το σχέδιο στρατηγικού́ σχεδιασμού για το Σωφρονιστικό Σύστημα για το διάστημα 2018-2020 που απέστειλε στην ΕΕΜΕΚΕ η Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με το αριθ. πρωτ. 1207/11.5.2017 έγγραφο, αντανακλά μια προσπάθεια που για πρώτη φορά γίνεται στην Ελλάδα τόσο σε ό,τι αφορά τον ίδιο τον σχεδιασμό όσο και σε ό,τι αφορά την πρόσκληση να τοποθετηθούν επ’ αυτού διάφοροι επιστημονικοί και κοινωνικοί φορείς. Από αυτήν την άποψη πρόκειται για μια επαινετέα πρωτοβουλία της ΓΓΑΠ που αντανακλά και μια στροφή προς μια σωφρονιστική πολιτική που δεν θα διαμορφώνεται ερήμην της κοινωνίας. Παρόμοιες πρωτοβουλίες θα ήταν ευπρόσδεκτες και από άλλα υπουργεία και φορείς.

Το εν λόγω στρατηγικό σχέδιο συνιστά ένα βραχυπρόθεσμο σχέδιο οργάνωσης και λειτουργίας του σωφρονιστικού συστήματος σε ορίζοντα τριετίας και επομένως, αφορά ένα συγκεκριμένο διάστημα διαχείρισης των οξύτατων προβλημάτων του τομέα αυτού, χωρίς να έχει κάποιο μακροπρόθεσμο στόχο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαρθρωτικές μεταβολές στην μεταχείριση των εγκληματιών και στην έκτιση των ποινών. Ως τέτοιο λοιπόν θα πρέπει να αξιολογηθεί. Ένας πρώτος άξονας παρατηρήσεων αφορά το πλήθος των πρωτοβουλιών που έχουν αναληφθεί από τη Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής, οι οποίες οδήγησαν σε μια σημαντική βελτίωση επιμέρους αλλά σημαντικών για τη διαβίωση των κρατουμένων συνθηκών κράτησης.

Παρόλα αυτά, στο κείμενο του σχεδιασμού παρέχονται ελάχιστα έως καθόλου στοιχεία και δεδομένα, που θα μπορούσαν να αποτυπώσουν την παρούσα κατάσταση και να καταγράψουν τις άμεσες πάγιες και μακροπρόθεσμες ανάγκες του σωφρονιστικού συστήματος, ώστε να μπορεί ο αναγνώστης του κειμένου να διαμορφώσει σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα για την τρέχουσα κατάσταση και να μπορεί να τεκμηριωθεί η αναγκαιότητα των δράσεων που αναγγέλλονται.

Ειδικότερα, είναι ανάγκη στον στρατηγικό σχεδιασμό:

  • να αποτυπωθεί αναλυτικά η πραγματική κατάσταση του σωφρονιστικού συστήματος σήμερα και η ποινική σύνθεση του πληθυσμού, όχι μόνον γενικές περιγραφές που δεν οδηγούν σε συμπεράσματα,
  • να περιγραφούν οι συνθήκες κράτησης στην ιδιαιτερότητά τους και οι συνθήκες εργασίας του προσωπικού των καταστημάτων κράτησης,
  • να ακολουθηθεί ένα σαφές δικαιοπολιτικό πρότυπο ποινικής μεταχείρισης και μεταχείρισης των κρατουμένων με βάση συγκεκριμένες αρχές και μέτρα και να προσδιορίζεται το θεσμικό πλαίσιο αναφοράς του (π.χ. Σύνταγμα, Διεθνείς Συμβάσεις κ.λπ.),
  • να προσδιοριστούν εννοιολογικά και ως προς το ειδικό περιεχόμενό τους όροι όπως «μεταχείριση», «ασφάλεια», «επανένταξη», καθώς σε κάθε ιδεολογικό πρότυπο ποινικής μεταχείρισης έχουν διαφορετικό νόημα.

Είναι ανάγκη επίσης να ληφθούν ειδικότερες πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων και αντιφάσεων του σωφρονιστικού συστήματος στην εσωτερική λειτουργία του και αυτό να προσεγγίζεται ως μέρος του ποινικοκατασταλτικού συστήματος από το οποίο τροφοδοτείται και όχι αποκομμένο από αυτό.

Σε ότι αφορά τους ειδικότερους, επιμέρους στόχους μπορούν να παρατηρηθούν τα εξής:

Από το σύνολο των στρατηγικών στόχων προκύπτει η τάση διατήρησης του σωφρονιστικού συστήματος και ιδίως της έκτισης ποινών στερητικών της ελευθερίας με πολλές βελτιώσεις, τάση που έρχεται σε αντίθεση με οποιοδήποτε πρότυπο εναλλακτικής παρέμβασης για την αντιμετώπιση του εγκλήματος προς την κατεύθυνση της απομάκρυνσης από την ιδέα της φυλακής καθώς και με τα πορίσματα της εγκληματολογικής έρευνας για τη συμβολή της φυλακής στην αναπαραγωγή του εγκλήματος.

Ως εκ τούτου και με αυτές τις προϋποθέσεις, επισημαίνεται ότι:

Όλα αυτά τα οποία περιγράφει ο στρατηγικός σχεδιασμός στους επιχειρησιακούς στόχους δεν αναφέρεται πώς θα γίνουν και σε ποιο χρονικό διάστημα, ούτε ποια είναι τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, ενώ μάλιστα κάποια από αυτά έχουν ήδη δρομολογηθεί ή και υλοποιηθεί. Εκτός αυτών, σε ό,τι αφορά τους επιμέρους στόχους, σε κάθε περίπτωση οι «επιχειρησιακοί» (όρος που δεν είναι ακριβής) στόχοι αναφέρονται πληθωριστικά, χωρίς χρονοδιαγράμματα και διαδοχική σειρά και έχουν περισσότερο τον χαρακτήρα προγραμματικών δηλώσεων παρά στοιχείων στρατηγικού σχεδιασμού. Ειδικότερα, ως προς τους στόχους αυτούς καταθέτουμε τις εξής προτάσεις:

Στόχος: 4.1 Βελτίωση των συνθηκών κράτησης – εκσυγχρονισμός υποδομών

Η χωροθέτηση των καταστημάτων κράτησης είναι ανάγκη να αποτελέσει αντικείμενο παρεμβάσεων και επαναπροσδιορισμού του ρόλου που έχουν οι ιδιαίτερες κατηγορίες αυτών, όπως είναι οι αγροτικές φυλακές. Στο πλαίσιο αυτό, εκτός από την αναβάθμιση των αγροτικών φυλακών, είναι ανάγκη να εξεταστεί η λειτουργία μικρών μονάδων φυλακών ιδίως στο πλαίσιο των μεγάλων αστικών κέντρων που θα μπορούν να είναι και κέντρα μαθητείας επαγγελμάτων που αναφέρονται στον δευτερογενή και τριτογενή τομέα και ασκούνται σε αστικό περιβάλλον. Τα μικρά καταστήματα κράτησης είναι ελέγξιμα, εκεί μπορούν να εμπεδώνονται «ανθρώπινες συνθήκες» και για τους κρατούμενους και για το προσωπικό και να εφαρμόζονται πολιτικές επανένταξης. Επίσης να ενταχθούν στον σχεδιασμό οι Κανόνες του ΟΗΕ για τη μεταχείριση των κρατουμένων (Nelson Mandela Rules) και η προσέγγιση της δυναμικής ασφάλειας που προωθεί ο ΟΗΕ.

Στόχος 4.2 Ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού - εκπαίδευση προσωπικού - διοίκηση

Είναι ανάγκη να προσδιοριστεί και εννοιολογικά η ποιοτική αναβάθμιση του προσωπικού, αλλά για μια συνολική παρέμβαση στο προσωπικό είναι ανάγκη να τροποποιηθούν οι εσωτερικοί κανονισμοί των καταστημάτων κράτησης, ώστε να μην παράγουν προβλήματα αντί για λύσεις και να γίνουν νομοτεχνικές και ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις σχετικά με καθήκοντα και υποχρεώσεις του προσωπικού, να υπάρξει ένα συνεπές, αξιόπιστο και μόνιμο σύστημα βασικής εισαγωγικής εκπαίδευσης και διαρκούς επιμόρφωσης καθώς και υπηρεσιακής εξέλιξης.

Στόχος 4.3 Μείωση του υπερπληθυσμού - εναλλακτικά μέτρα και αξιόπιστη έκτισή τους- πρόληψη και αντιμετώπιση της νεανικής παραβατικότητας

Κάθε τέτοιος στόχος οφείλει να συνδυάζεται με την εξέταση των μεταβολών της εγκληματικότητας, με τις αλλαγές στον νόμο (εγκληματοποιήσεις / ποινικοποιήσεις και απεγκληματοποιήσεις / αποποινικοποιήσεις) και με τη λειτουργία του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, παράμετροι που λείπουν εξολοκλήρου από τη λογική του στόχου 4.3. Επίσης η μείωση του υπερπληθυσμού δεν εντάσσεται σε ένα συνολικό πρότυπο αποκλιμάκωσης της επιβολής της ποινής στέρησης της ελευθερίας και άρα αντιμετωπίζεται αποσπασματικά ως συγκυριακό πρόβλημα, που ως γνωστόν λύνεται ως τώρα με επαναλαμβανόμενα έκτακτα μέτρα αποσυμφόρησης των φυλακών. Συνολικά, δημιουργείται ένα αντιφατικό πλαίσιο αναφοράς ως προς τους τρόπους με τους οποίους θα επιχειρηθεί η διατήρηση του πληθυσμού των κρατουμένων σε ένα σταθερό επίπεδο, χωρίς να υπάρχει καμιά σύνδεση με τη χρήση των δικονομικών μέτρων και των ποινών κατά της ελευθερίας βάσει της αρχής της «έσχατης επιλογής» (last resort), όπως υποδεικνύει το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Ο στόχος αυτός καθαυτός συναρτά τις δυνατότητες του σωφρονιστικού συστήματος με τον αριθμό των κρατουμένων και με αυτόν συνδέει και τον σεβασμό των δικαιωμάτων τους. Έτσι όμως υποβαθμίζει τη σημασία άλλων πτυχών της κράτησης που δίνουν ένα ουσιαστικό περιεχόμενο στη διάρκειά της, παρά το ότι αυτές αναγνωρίζονται στον στρατηγικό σχεδιασμό (επωφελής για τους κρατούμενους αξιοποίηση του χρόνου κράτησης με πρόσβαση σε θεσμούς και δραστηριότητες επανένταξης και προετοιμασία για την αποφυλάκιση).

Σε ό,τι αφορά την εγκληματικότητα ή παραβατικότητα των ανηλίκων δεν υπάρχει κανένα αναλυτικό στοιχείο για το ποια είναι και πώς θα υλοποιηθούν τα μέτρα που εξετάζονται για την πρόληψη και την αντιμετώπισή της. Επιπλέον το θέμα αντιμετωπίζεται αποσπασματικά και αποκομμένα από την ευρύτερη κοινωνία και τους φορείς της: το ζήτημα της πρόληψης οφείλει να συσχετισθεί άμεσα με τη δημιουργία δυνατοτήτων και πλαισίων που θα προσφέρονται για την εφαρμογή και των αναμορφωτικών μέτρων.

Στόχος 4.4 Προετοιμασία επανένταξης – μετασωφρονιστική μέριμνα

Είναι ανάγκη να υπάρχει πλήρης τεκμηρίωση σχετικά με το τι συμβαίνει πριν από την αποφυλάκιση, δηλαδή κατά τη μεταχείριση των κρατουμένων, και να παρέχονται στοιχεία σχετικά με τους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους οι οποίοι θα χρειαστούν για το εγχείρημα αυτό, ιδίως με τι και πόσο ειδικευμένο προσωπικό θα προωθηθεί η επανένταξη και εάν λαμβάνεται υπόψη το υψηλό ποσοστό ανεργίας στον γενικό πληθυσμό και οι κάθε είδους λοιπές παράμετροι που το επηρεάζουν. Γενικά αυτά δεν εξειδικεύονται και παραμένουν σε ένα επίπεδο αοριστίας.

Στόχος 4.5: Ασφάλεια προσωπικού και κρατουμένων - διαφάνεια - λογοδοσία

Για το ζήτημα της ασφάλειας έγινε λόγος και προηγουμένως. Είναι ανάγκη να μετατοπιστεί η ιδεολογική βάση της ασφάλειας από την ασφάλεια της φυλακής στην ασφάλεια των κρατουμένων και του προσωπικού, να συνδεθεί η ασφάλεια με τον σεβασμό των δικαιωμάτων των κρατουμένων και με την εργασιακή κατάσταση και τις συνθήκες παροχής εργασίας του προσωπικού, όπως και με την αντιμετώπιση φαινομένων διαφθοράς, οικονομικού και οργανωμένου εγκλήματος μέσα στις φυλακές, ζητήματα για τα οποία δεν γίνεται λόγος πουθενά στο στρατηγικό σχεδιασμό. Από την άποψη αυτή, είναι ανάγκη να υπάρξει αφενός κατ’ αρχήν μια αξιόπιστη αποτύπωση της κατάστασης και αφετέρου μια σαφής στοχοθεσία για τις δράσεις που θα αναληφθούν στην κατεύθυνση αυτή, αλλά και προς την κατεύθυνση της δυναμικής ασφάλειας.

Στόχος 4.6: Υπηρεσίες υγείας στις φυλακές συνεργασία με το Υπουργείο Υγείας

Παρά τις θετικές δράσεις που έχουν αναληφθεί και τη γενικά σωστή κατεύθυνση που φαίνεται ότι ακολουθεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, δεν είναι σαφές πώς συνδέεται η πολιτική μείωσης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών (θεωρούμενη εύστοχα ως θέμα δημόσιας υγείας) μέσα στη φυλακή με τις πολιτικές μείωσης της προσφοράς στο ίδιο πλαίσιο: δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για πολιτικές μείωσης της προσφοράς ψυχοτρόπων ουσιών.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο

Η Πρόεδρος                                           Ο Γραμματέας

Καθηγήτρια Σοφία Βιδάλη           Επίκ. Καθηγητής Νικόλαος Κουλούρης

Η παραβίαση των δικαιωμάτων του παιδιού στο όνομα της προστασίας τους

Δελτίο Τύπου, 9 Ιανουαρίου 2017

 

Το ΔΣ της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης του Εγκλήματος και του Κοινωνικού Ελέγχου (EEMEKE) με αφορμή το πλήθος δημοσιευμάτων και αντιπαραθέσεων που προκάλεσε η υπόθεση προστασίας ανήλικου παιδιού συλληφθείσας και ήδη κρατούμενης μητέρας, επισημαίνει ότι:

α) Η μεταχείριση παιδιών που για διάφορους λόγους στερούνται την επιμέλεια των γονέων τους (συμπεριλαμβανομένων και των παιδιών κρατουμένων) και τα οποία πρέπει να τεθούν υπό προσωρινή προστασία μέχρι την οριστική απόφαση του δικαστηρίου ανηλίκων, πρέπει να απασχολεί το δημόσιο λόγο με σοβαρότητα, με μέτρο και με άξονα το συμφέρον των παιδιών.

β) Η ευαισθησία και το ενδιαφέρον για τα παιδιά δεν μπορεί να εκδηλώνονται επιλεκτικά και πρόσκαιρα, με αφορμή υποθέσεις ευρείας δημοσιότητας, ανάλογα με τις ιδιότητες των εμπλεκόμενων ενηλίκων. Έτσι, δεν βοηθάμε τα παιδιά να διαχειριστούν τη με τραυματικό και βίαιο τρόπο μεταβολή των όρων ζωής τους· αντίθετα, συμβάλουμε στην πλήρη παραβίαση της ιδιωτικότητάς τους, στο στιγματισμό και την περιθωριοποίησή τους. Πρέπει να γίνει κάποτε κατανοητό ότι κάθε δημόσια συζήτηση για τους ανήλικους (θύτες ή θύματα) και την οικογένειά τους οφείλει να σέβεται και να προστατεύει τον ανήλικο άνθρωπο. Μια πολιτισμένη κοινωνία, που λαμβάνει πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του παιδιού, δεν καθιστά τον εξ ορισμού ευάλωτο ανήλικο βορά στο αδιάκριτο βλέμμα των πάντων, δε μετατρέπει την ιστορία του σε δίαυλο πολιτικών ή άλλων επιδιώξεων, δεν «πουλάει» με όρους αγοραίους τον πόνο, δεν στιγματίζει και δεν επαναθυματοποιεί με τον χειρότερο δυνατό τρόπο.

γ) Αντίθετα, μια δικαιοκρατούμενη πολιτεία και μία πολιτισμένη κοινωνία οφείλουν να ασχολούνται συνεχώς με το σύστημα παιδικής προστασίας που η κρίση έχει επιδεινώσει και με τα δικαιώματα των παιδιών, ανεξάρτητα του ποιοι είναι οι ανήλικοι ή τι έκαναν. Δικαιώματα προστασίας και διαβίωσης σε περιβάλλον στο οποίο προάγονται τα συμφέροντά τους και ικανοποιούνται οι ανάγκες τους έχουν ΟΛΑ τα παιδιά, μεταξύ αυτών και τα παιδιά που ζουν σε κατάσταση οιονεί παρανομίας, λόγω της σύγκρουσης των γονέων τους με την έννομη τάξη και των συνεπειών της, που βιώνουν στην ιδιαίτερα ευαίσθητη ηλικία τους. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ότι τα παιδιά των κρατουμένων γονέων ανήκουν στην κατηγορία των «αγνοούμενων» ή διαφορετικά «αόρατων» ανηλίκων η τύχη των οποίων, οι όροι διαβίωσής τους και οι τυχόν δυσκολίες τους δεν απασχόλησαν ποτέ κανέναν. Επομένως, αντί της επιλεκτικής στοχοποίησης κάποιων παιδιών με την υποκριτική επίκληση της προστασίας των δικαιωμάτων τους, θα ήταν εντιμότερο να αρχίσει μια συζήτηση για τις τεράστιες και ευρύτερες διαστάσεις του φαινομένου για τα χιλιάδες αυτά παιδιά.

δ) Τονίζουμε ότι η διαδικασία που ακολουθείται για ΟΛΑ τα παιδιά των οποίων η γονική επιμέλεια πρέπει να ρυθμιστεί άμεσα και προσωρινά είναι άκρως προβληματική. Με την κατάρρευση των προνοιακών δομών κατά την περίοδο της κρίσης, η Εισαγγελία Ανηλίκων επιλέγει την προσωρινή φιλοξενία των παιδιών αυτών σε νοσοκομειακή μονάδα. Ακολουθεί εισαγγελική εντολή για διενέργεια κοινωνικής έρευνας, προκειμένου να βρεθεί το κατάλληλο πρόσωπο ή περιβάλλον, στο οποίο θα ανατεθεί η πραγματική φροντίδα και η ολική ή μερική επιμέλεια των παιδιών. Οι Εισαγγελίες Ανηλίκων δεν είναι στελεχωμένες με κατάλληλο προσωπικό, ούτε συνεπικουρούνται από άλλους επαγγελματίες, με συνέπεια η μεν διαδικασία να καθυστερεί, η δε φιλοξενία των παιδιών σε ένα νοσοκομείο να διαρκεί πολλούς μήνες με τραγική πολλές φορές κατάληξη.

Αν λοιπόν το όψιμο, γνήσιο ή μη, ενδιαφέρον μας εξαντληθεί σε μια μεμονωμένη περίπτωση, συζητώντας με όρους νίκης ή ήττας, όσον αφορά την επίτευξη συγκεκριμένου στόχου, θα συμβάλουμε για μια ακόμη φορά στη συσκότιση και αναπαραγωγή του προβλήματος.

Ας δούμε όλοι, τουλάχιστον από εδώ και μετά, το θέμα με προσήλωση στα δικαιώματα των παιδιών και όχι στις σκοπιμότητες της μιας ή της άλλης πλευράς. Δυστυχώς τις περισσότερες φορές, παρά τις επιταγές της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Παιδιού, η γνώμη των παιδιών δεν ακούγεται. Προλαβαίνουν και την καταπνίγουν οι φωνές των ενηλίκων, που αναλαμβάνουν να προστατέψουν το συμφέρον τους παραβιάζοντάς το τελικά, κυρίως με την άκρατη και ανελέητη δημοσιοποίηση του προσωπικού δράματος. Τι θα μας έλεγαν άραγε τα ίδια τα παιδιά αν τα αφήναμε να μας μιλήσουν;

 Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΕΜΕΚΕ

1ο Συνέδριο ΕΕΜΕΚΕ: τελικό πρόγραμμα

 

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΕΛΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΑΠΟ ΕΔΩ

Επιστημονική Επιτροπή

-Καθηγήτρια Έφη Αβδελά, Παν/μιο Κρήτης
-Καθηγήτρια Βασιλική Αρτινοπούλου, Πάντειο Παν/μιο, Αντιπρόεδρος ΔΣ ΕΕΜΕΚΕ
-Καθηγήτρια Σοφία Βιδάλη, Δ.Π.Θ, Πρόεδρος ΕΕΜΕΚΕ
-Αναπληρωτής Καθηγητής Στράτος Γεωργούλας, Παν/μιο Αιγαίου, Μέλος ΔΣ ΕΕΜΕΚΕ
-Αναπληρωτής Καθηγητής Μανώλης Δαφέρμος, Παν/μιο Κρήτης
-Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Όλγα Θεμελή, Παν/μιο Κρήτης, Ταμίας ΔΣ ΕΕΜΕΚΕ
-Επίκουρος Καθηγητής Νικόλαος Κουλούρης, Δ.Π.Θ., Γραμματέας ΔΣ ΕΕΜΕΚΕ
-Καθηγητής Γρηγόρης Λάζος, Πάντειο Παν/μιο, Μέλος ΔΣ ΕΕΜΕΚΕ
-Αναπληρωτής Καθηγητής Γιώργος Παπανικολάου, Teesside University, UK, Μέλος ΔΣ ΕΕΜΕΚΕ
-Καθηγήτρια Ελισάβετ Συμεωνίδου-Καστανίδου, Α.Π.Θ.

 

 

Θεματικές Ενότητες

ΕΝΟΤΗΤΑ Ι. Ο ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ, ΛΟΓΟΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

ΕΝΟΤΗΤΑ ΙΙ. ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ: ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
-Α. ΓΙΑ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
-Β. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΣ - ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΑΡΧΕΙΟ ΕΛΑΣ/ ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΑΡΧΕΙΑ
-Γ. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ: ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ

ΕΝΟΤΗΤΑ ΙΙΙ: ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΙΚΗ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ

ΕΝΟΤΗΤΑ IV. ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ, ΚΡΙΣΗ, ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΤΑΞΕΙΣ
-Α. ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΠΑΝΟΡΙΟΘΕΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΚΟΥ
-Β. ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΤΗΤΑ

ΕΝΟΤΗΤΑ V. ΚΡΑΤΟΣ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ - ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΚΡΑΤΟΣ
-Α. ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ -ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
-Β. ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ - ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΕΣ

ΕΝΟΤΗΤΑ VI. ΠΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ
-Α. ΕΞΑΡΤΗΣΕΙΣ: … ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑ ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ;
-Β. ΠΟΡΝΕΙΑ: ΟΙΚΟΝΟΜΙΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ
-Γ. ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ
-Δ. Ο ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

ΕΝΟΤΗΤΑ VII. ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ

-Α. ΧΩΡΟΣ, ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΙ, ΑΣΦΑΛΕΙΑ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
-Β. «ΚΛΕΦΤΕΣ ΚΑΙ ΑΣΤΥΝΟΜΟΙ»: Η ΠΟΛΗ ΠΕΔΙΟ ΦΟΒΩΝ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ
-Γ. ΝΕΟΙ «ΕΝ ΚΙΝΔΥΝΩ» ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ
-Δ. ΓΥΝΑΙΚΑ, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, ΔΡΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΘΥΜΑΤΑ
-Ε. ΤΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

ΕΝΟΤΗΤΑ VΙΙΙ. ΦΥΛΑΚΗ - ΕΠΑΝΕΝΤΑΞΗ
-Α. ΠΕΙΘΑΡΧΙΕΣ, ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΕΝΤΑΞΗ
-Β. Η ΖΩΗ ΕΝΤΟΣ
-Γ. Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ

ΕΝΟΤΗΤΑ VI. ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ - ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

 

ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ/ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

grsscsc.conference@gmail.com

  • Μαργαρίτα Γασπαρινάτου, Δρ. Eγκληματολογίας, Νομική Σχολή Ε.Κ.Π.Α., Δικηγόρος
  • Ιωάννα Δρόσου, Υ/Δ Σωφρονιστικής, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Δημοσιογράφος
  • Πάρη Ζαγούρα, Υ/Δ Εγκληματολογίας, Νομική Σχολή ΕΚΠΑ, Επιμελήτρια Ανηλίκων
  • Άννα Κασάπογλου, Δρ Εγκληματολογίας, Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης, Δ.Π.Θ.
  • Δημήτρης Κόρος, Δρ Σωφρονιστικής Πολιτικής, Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης Δ.Π.Θ., Δικηγόρος
  • Νικόλαος Κουλούρης, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης Δ.Π.Θ.
  • Χρήστος Κουρούτζας, Υ/Δ/ Κοινωνιολογίας, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
  • Αλεξάνδρα Κουφούλη, Υ/Δ Εγκληματολογίας, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Κλινική Ψυχολόγος
  • Γιάννης Πέτσας, Υ/Δ Σωφρονιστικής Πολιτικής, Τμήμα Κοινωνικής & Εκπαιδευτικής Πολιτικής Παν/μιο Πελοποννήσου
  • Ειρήνη Σταμούλη, Δρ. Εγκληματολογίας, Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης, Δ.Π.Θ., Δικηγόρος 
  • Σοφία Σπυρέα, Υ/Δ Σωφρονισιτκής Πολιτκής, Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολτικής Επιστήμης Δ.Π.Θ., υπότροφος Ιδρύματος Ωνάση

 

Δήλωση συμμετοχής στο συνέδριο /Καταβολή σύνδρομής

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ

-Κόστος συμμετοχής για εισηγητές και παρακολουθούντες το συνέδριο: 25 ευρώ.

-Κόστος συμμετοχής - παρακολούθησης ειδικά για προτυχιακούς, μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες: 15 ευρώ.

Κατάθεση συνδρομής/συμμετοχής στο συνέδριο:

ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ : ΜΕΣΩ WINBANK, ΕΜΒΑΣΜΑΤΟΣ Ή ΣΤΟ ΤΑΜΕΙΟ

Λογαριασμός ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΗΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

6749-138223-542

ΙΒΑΝ GR330171 7490 0067 4913 8223 542

SWIFT-BIC PIRBGRAA

Δήλωση συμμετοχής ως ακροατές και καταβολή της συνδρομής στο συνέδριο ως ακροατές ή εισηγητές έως Τρίτη 10 Μαΐου 2016.

Κατεβάστε τη δήλωση συμμετοχής από εδώ 

ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΕΕΜΕΚΕ 3o Εργαστήριο: «Σκοποί της ποινής, ποινική μεταχείριση και κοινωνική επανένταξη: Για μια σύγχρονη κριτική στάση της Εγκληματολογίας απέναντι στο ποινικό ζήτημα»

Συντονιστές / Εισηγητές: Ό. Θεμελή, Ν. Κουλούρης, Γ. Νικολόπουλος.

Προσκεκλημένοι εισηγητές: Μ. Αναγνωστάκη, Ε. Βελέντζα, Σ. Γιοβάνογλου, Ά. Κασάπογλου, Δ. Κόρος, Φ. Μηλιώνη, Σ. Σπυρέα. 

Ημερομηνίες διεξαγωγής: Παρασκευή 1 Απριλίου 2016, ώρες 15.00΄ - 19.00΄,  ΔΣΑ, Ακαδημίας 60 και Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016, ώρα 18.00, Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ Γρυπάρειο Μέγαρο, Σοφοκλέους και Αριστείδου, Αθήνα.

Η κριτική εγκληματολογική προσέγγιση της ποινικής καταστολής τοποθετείται πέρα από το «νομικό συλλογισμό» (D. Melossi), που αποτελεί προνομιακό πλαίσιο ανάλυσης της παραδοσιακής ποινολογίας, αποκαλύπτοντας ότι η διάσταση ανάμεσα στους διακηρυγμένους στόχους και τα πραγματικά αποτελέσματα της ποινικής μεταχείρισης εξυπηρετεί, εντέλει, την πολιτική χρησιμότητα της «αποτυχίας της φυλακής» (M. Foucault) και τη διασπορά του κοινωνικού ελέγχου (S. Cohen). Στο εξής, το ενδιαφέρον της ανάλυσης στρέφεται στην πραγματική χρήση και λειτουργία της ποινής στις ποικίλες, ιδρυματικές και εξωιδρυματικές μορφές της, όπως διαμορφώνεται σε ιστορικά καθορισμένες συνθήκες οργάνωσης των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων.

Σ’ αυτή την προοπτική αμφισβητούνται οι νομιμοποιητικές ρητορικές της ποινικής καταστολής και επιχειρείται να δειχθεί ότι «οι ποινικές πρακτικές συνιστούν ένα ιδιαίτερο θεσμικό πεδίο (“institutional site”), που συμπυκνώνει και αναπαράγει - με τους δικούς του όρους - μια ολόκληρη σειρά κοινωνικών σχέσεων», οι οποίες «δεν ασκούν, απλώς, «επιρροή» ή «διαμόρφωση» ή «πίεση» στις ποινικές πρακτικές αλλά λειτουργούν μέσα απ’ αυτές και εγγράφονται υλικά μέσα σ’ αυτές» (D.Garland & P.Young).

Απ’ αυτή την άποψη, το πρόταγμα της κοινωνικής επανένταξης των κρατουμένων και, ευρύτερα, της μεταχείρισης των προσώπων που τελούν υπό ποινικό έλεγχο εντός ή εκτός χώρων εγκλεισμού, καθίσταται κεντρικό μέγεθος της ποινολογικής ανάλυσης - αφού προβάλλεται άλλοτε ως ζητούμενο και άλλοτε ως άλλοθι της ποινικής μεταχείρισης - ενώ οι άτυπες και τυπικές συνέπειες της εξόδου από το ποινικό σύστημα (ιδρυματισμός, στιγματισμός, δικαστικές εκκρεμότητες) αναδεικνύουν όλη την αντιφατικότητα που εμπεριέχεται μέσα στην ίδια τη λογική της ποινικής καταστολής και ειδικά της επανένταξης των αποφυλακισμένων ως ισότιμων πολιτών μιας δημοκρατικής πολιτείας.

Το εργαστήριο θα επιχειρήσει να περιηγηθεί στο δαιδαλώδες περιβάλλον των ποινικών πρακτικών, αναδεικνύοντας την «επιχειρησιακή λειτουργία» («operative function») που επιτελούν, τα «στρατηγικά αποτελέσματα» («strategic effects») που παράγουν (ιδίως σε σχέση με τη δημιουργία «κοινωνικών αναπαραστάσεων»), καθώς και τις προϋποθέσεις εκείνες που επιτρέπουν να υπερισχύει ένας συγκεκριμένος τύπος γνώσης παραμερίζοντας άλλους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται η εκπόνηση τόσο ενός προγραμματικού λόγου όσο και ενός σχεδίου δράσης στο ποινικό πεδίο, συνδυάζοντας τη θεωρητική ανάλυση, την εμπειρική έρευνα και την κοινωνική πρακτική.

Ενδεικτικά, τα επιμέρους ζητήματα που θα απασχολήσουν συντονιστές και εισηγητές είναι:

- Πρότυπα αντεγκληματικής πολιτικής και σκοποί της ποινής. Η συμβατική θεώρηση και η αναθεωρητική κριτική. Ωφελιμισμός, ουδετερότητα και «επιτυχής αποτυχία» του ποινικού κολασμού. Από την παραγωγή πειθαρχημένων ανθρώπων ή κοινωνικών απορριμμάτων στην κοινωνική επανένταξη ισότιμων πολιτών και αντιστρόφως.

- Η ποινικοσωφρονιστική μεταρρύθμιση. Από την αρχή της «αποστροφής του δυσμενέστερου» (less eligibility) στην αρχή της «ομαλοποίησης» (normalization) των καθεστώτων κράτησης και του ποινικού ελέγχου. Τα δεινά του εγκλεισμού, η θέσπιση θεμελιωδών κανόνων ιδρυματικής και εξωιδρυματικής μεταχείρισης του ποινικά ελεγχόμενου πληθυσμού, η σύγκλιση των συνθηκών κράτησης με τις συνθήκες διαβίωσης σε ελευθερία και οι εναλλακτικές / μη φυλακτικές κυρώσεις.

 

Εγκληματολόγοι για την Κριτική Εγκληματολογία,

την Κοινωνική Δικαιοσύνη, την Αποκαταστατική Δικαιοσύνη,

τα Ανθρώπινα Δικαιώματα

 

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: grsscsc@gmail.com

Σοφοκλέους 5, 10559, Αθήνα