Κρατούμενος νεκρός από απεργία πείνας; Ποτέ σε κράτος δικαίου

Είναι δικαιοσύνη η απόρριψη του αιτήματος ενός κρατουμένου για την υφ' όρον απόλυσή του με το επιχείρημα ότι έχει τελέσει πειθαρχικά παραπτώματα κατά τη διάρκεια της κράτησής του, άρα δεν έχει σωφρονιστεί και μπορεί να τελέσει νέα εγκλήματα; Ή με το επιχείρημα ότι η μη τέλεση πειθαρχικών παραπτωμάτων είναι προσχηματική και ότι η αποχή από αντιπειθαρχικές συμπεριφορές ενόψει μιας αναμενόμενης αποφυλάκισης γίνεται σκόπιμα για να παραπλανήσει τους λειτουργούς της δικαιοσύνης;

Αν η τέλεση πειθαρχικών παραπτωμάτων από έναν κρατούμενο είναι παράλογη έκφραση της βούλησής του να παραμείνει στη φυλακή, η αποχή από αυτά δεν είναι εύλογη έκφραση της βούλησής του να ζήσει σε κατάσταση ελευθερίας; Πώς άραγε διακρίνεται πότε η τέλεση ή η μη τέλεση πειθαρχικών παραπτωμάτων αποδεικνύει την ειλικρινή συμμόρφωση ενός κρατουμένου με τις επιταγές της έννομης τάξης και πότε αποτελεί μια υποκριτική προσπάθεια εξαπάτησης;

Γιατί ένας κρατούμενος που λαμβάνει δεκάδες άδειες και εκτίει την ποινή του σε αγροτική φυλακή, οδηγείται στην απόφαση να αποδράσει και να εμπλακεί σε παράνομες ενέργειες μέχρι να ξανασυλληφθεί; Γιατί εγκληματοποιείται η δια δηλώσεως έκφραση αλληλεγγύης του σε συγκρατούμενό του;

Πώς μερικοί κρατούμενοι αποφυλακίζονται και άλλοι παραμένουν στη φυλακή ενώ τόσο οι μεν όσο και οι δε βρίσκονται στην ίδια πειθαρχική κατάσταση; Σε τι διαφέρουν εκείνοι οι οποίοι εξασφαλίζουν τη δικαστική ικανοποίηση των αιτημάτων τους από εκείνους οι οποίοι τα βλέπουν να απορρίπτονται ενώ πληρούν τις ίδιες τυπικές προϋποθέσεις; Έχει σημασία σε ποιο σκαλοπάτι της κοινωνικής κλίμακας και σε ποιο σημείο του ιδεολογικού φάσματος ανήκουν οι μεν και σε ποιο οι δε;

Άραγε δεν επιβεβαιώνεται έτσι η διάχυτη υποψία των πολιτών πως οι διακηρύξεις ισονομίας μπορεί να είναι κενό γράμμα; Δεν δικαιώνεται η σκέψη χιλιάδων φυλακισμένων πως το δικαστικό σύστημα και η φυλακή είναι πάνω απ’ όλα εργαλεία ταξικής καταπίεσης και καταστολής;

Τα ερωτήματα δεν τίθενται για πρώτη φορά. Το ζήτημα της υφ' όρον απόλυσης των κρατουμένων, οι οποίοι εκτίουν ποινές στέρησης της ελευθερίας τους, αν και παραμένει αμφιλεγόμενο στη δημόσια συζήτηση, έχει ρυθμιστεί νομοθετικά με συγκεκριμένο τρόπο.

Στην περίπτωση του Γιάννη Μιχαηλίδη, όμως, το ερώτημα πλέον δεν είναι αν είναι βάσιμη και δικαιολογημένη η απόρριψη ή η έγκριση του νόμιμου αιτήματός του, αλλά εάν η ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης που εκτίει έχει μετατραπεί σε θανατική.

Και στην πιθανή ένσταση ότι η έκβαση της απεργίας πείνας είναι επιλογή του ίδιου του απεργού, η απάντηση είναι ένα ακόμη ερώτημα: ποια είναι η επιλογή του κράτους δικαίου και της δικαιοσύνης, που υποτίθεται ότι εκφράζουν, υπηρετούν και προάγουν τον σεβασμό στο ύψιστο αγαθό της ζωής; Αυτό το αγαθό σταθμίζεται;

Αθήνα, 29 Ιουλίου 2022

Το ΔΣ της ΕΕΜΕΚΕ

Για τον Στέφανο Παύλου

O αιφνιδιασμός ήταν απόλυτος και οδυνηρός. Ο αδόκητος θάνατος του καθηγητή Ποινικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Στέφανου Παύλου μας γέμισε θλίψη. Αποχαιρετούμε πρόωρα έναν σπάνιο συνάδελφο, δάσκαλο και φίλο. Σιγεί η φωνή ενός εξαίρετου επιστήμονα, ο οποίος δεν αρκέστηκε στις άρτιες αναλύσεις του ποινικού δόγματος, αλλά τις εμπλούτισε με ιδεολογικοπολιτικές και ιστορικές αναγνώσεις της ποινικής καταστολής, των θεσμικών πλαισίων της και των κοινωνικών της οριζουσών.

Ο Στέφανος Παύλου, με τις αμέτρητες συμβολές του στην ερμηνεία και την εφαρμογή των ποινικών νόμων, ήταν προσηλωμένος στην τήρηση των αρχών που καθιστούν το ποινικό δίκαιο έσχατη και οριοθετημένη επιλογή της έννομης τάξης και όχι πρώτη και προτιμητέα απάντηση στις διαφορές και συγκρούσεις της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής. Αντιδρούσε με παρρησία στις υπερβάσεις των δικαιοκρατικών ορίων του ποινικού δικαίου και τις καταχρηστικές ποινικοποιήσεις, την ανομιμοποίητη απαξία του εγκλήματος, τις κατασταλτικές αυθαιρεσίες, τις διωκτικές και κυρωτικές εκτροπές και υπερβολές, τις στρεβλώσεις της ποινικής νομοθέτησης και πρακτικής, τις γκρίζες ζώνες του αξιοποίνου, τις ανταποδοτικές ανατροπές της ειδικής πρόληψης και τους κινδύνους ανεπίτρεπτης διπλής τιμώρησης της ίδιας πράξης. Εντόπιζε ρωγμές της εγγυητικής λειτουργίας του ποινικού μας συστήματος χάριν της εναρμόνισής του με το ευρωενωσιακό δίκαιο και επισήμαινε επικίνδυνες πύλες εισόδου του ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου στο ελληνικό. Έγραφε για "φαύλο κύκλο χωρίς τέλος" δηλώνοντας την αντίθεσή του στις τροποποιήσεις του ΠΚ για την επιτάχυνση απονομής της Δικαιοσύνης και την αποσυμφόρηση των φυλακών.

Στις μονογραφίες, τα άρθρα, τις μελέτες, τις βιβλιοκρισίες και στο υπόλοιπο έργο του πραγματευόταν πώς προβάλλονται οι κοινωνικές εξελίξεις στο δίκαιο, πώς θυσιάζονται οι εγγυητικές αρχές της καταστολής στον βωμό της γενικής πρόληψης, πώς οι αρχές της αναλογίας κατά την επιβολή των ποινών μπορούν να γίνουν εγγυητικά προχώματα επιμέτρησης και τόσα άλλα κρίσιμα για τις ποινικές επιστήμες και τα δικαιώματα του ανθρώπου ερωτήματα. Το επιστημονικό αποτύπωμά του έχει χαραχθεί στο έργο των νομοπαρασκευαστικών επιτροπών και των ομάδων εργασίας των οποίων διετέλεσε μέλος.

Ήδη από την ακαδημαϊκή κοινότητα και τον επαγγελματικό του χώρο έχουν εξαρθεί η επιστημονική κατάρτισή του, η έμφυτη ψυχική ευγένεια, το ήθος, η υπευθυνότητα και η ακαδημαϊκή συνέπειά του καθώς και η προσήλωσή του στις ύψιστες ακαδημαϊκές και ανθρωπιστικές αξίες. Στην πανθομολογούμενη αναγνώριση της μεγάλης προσφοράς του, προσθέτουμε ότι θα μας λείψουν οι παρεμβάσεις του για την επανεκκίνηση της ποινικής δικαιοσύνης, τα όρια και οι αντοχές της οποίας δοκιμάζονται συνεχώς, και εκφράζουμε την ιδιαίτερη εκτίμησή μας για την παρακαταθήκη που άφησε με τα γραπτά του που μένουν και εγγυώνται ότι η μνήμη του θα μείνει ζωντανή.

Αθήνα, 27 Ιουλίου 2022

Κοινωνικός έλεγχος εκτός ελέγχου;

Μια σειρά πρόσφατων κοινωνικών γεγονότων, ενεργειών και αποφάσεων του ποινικοκατασταλτικού συστήματος έχουν φέρει στο προσκήνιο με οξύτητα ζητήματα, τα οποία, αν και γνωστά στην εγκληματολογική θεωρία και έρευνα, προκαλούν έντονους κραδασμούς στις βάσεις αξιακών και θεσμικών παραδοχών και επιτάσσουν αυξημένη επιστημονική και κοινωνική επαγρύπνηση.

Όπως έχουν αναδείξει η Κοινωνιολογία του Δικαίου και η Κριτική Εγκληματολογία, σε συνθήκες κοινωνικής σύγκρουσης και έντονου κοινωνικού ανταγωνισμού, το ποινικό δίκαιο και το ποινικοκατασταλτικό σύστημα με τα επιμέρους τμήματά του (αστυνομία, δικαστικό σύστημα, υπηρεσίες εκτέλεσης ποινών) αποτελούν ισχυρότατους μοχλούς αναπαραγωγής και διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων και διακρίσεων, είτε έχουν να κάνουν με την οικονομική θέση των πολιτών, είτε με ζητήματα φύλου, ταυτότητας ή καταγωγής.

Η λανθάνουσα αυτή λειτουργία, έρχεται προφανώς σε αντίθεση με τους διακηρυγμένους σκοπούς του θεσμικού ποινικού οπλοστασίου για την προαγωγή της ισονομίας, της κοινωνικής ασφάλειας, της προστασίας δικαιωμάτων και εννόμων αγαθών και εν γένει των αρχών του κράτους δικαίου, όπως θεμελιώθηκαν από τον Διαφωτισμό και τον αστικό φιλελευθερισμό, από τον 18ο αιώνα μέχρι σήμερα.

Οι διαφοροποιημένες διαδικασίες του νόμου (τόσο σε επίπεδο ορισμού όσο και σε επίπεδο εφαρμογής) απέναντι σε άτομα και ομάδες με ειδικά κοινωνικά χαρακτηριστικά γίνεται ακόμα πιο εναργής μέσα από την επίκληση και επιστράτευση αόριστων νομικών εννοιών με αμφίβολη επιστημονική εγκυρότητα, όπως η επικινδυνότητα. Ο «κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων» από τον/τη (φερόμενο/η ως) δράστη, ο «βαθμός μετάνοιας» και ο εφικτός ή μη σωφρονισμός του/της, η αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, το ανασταλτικό αποτέλεσμα των ενδίκων μέσων κ.λπ. αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις επικύρωσης των ανωτέρω διακρίσεων και αποτύπωσης των αντιλήψεων περί κοινωνικής επικινδυνότητας συγκεκριμένων εγκλημάτων και δραστών ή μόνο συγκεκριμένων εγκλημάτων (ανεξαρτήτως δραστών) ή μόνο συγκεκριμένων δραστών (ανεξαρτήτως εγκλημάτων).

Σε αυτήν την κατεύθυνση, η ποινική δικαιοσύνη προσφέρει ή και εξαντλεί την επιείκειά της, με την επίκληση μάλιστα των θεσμικών της εγγυήσεων και λειτουργιών (τεκμήριο αθωότητας, προστασία ατομικών ελευθεριών), απέναντι σε δράστες οικονομικού εγκλήματος και διαφθοράς ή και σε δράστες που εκφράζουν θεσμικές λειτουργίες ή μετέχουν σε αυτές, παρέχοντας ευκαιρίες διαπραγμάτευσης και αποφυγής ή περιορισμού των κατασταλτικών συνεπειών.

Τα εγκλήματα αυτά αποκτούν πλέον έναν ιδιωτικό-αστικό χαρακτήρα, αντιμετωπίζονται ως διαφορές ιδιωτών μέσα από την πρόβλεψη πρόσθετων ουσιαστικών και δικονομικών προϋποθέσεων (π.χ. έγκληση για το αδίκημα της κακουργηματικής απιστίας απέναντι στα στελέχη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων), οι δράστες γίνονται αποδέκτες των ευνοϊκών γι΄ αυτούς διευθετήσεων του ουσιαστικού και του δικονομικού ποινικού δικαίου, ενώ έμμεσα αποσιωπάται ο επιζήμιος χαρακτήρας των πράξεών τους και οι πολλαπλές τους συνέπειες για τα δικαιώματα των πολιτών, την κοινωνική ευημερία, τη δημοκρατική λειτουργία και το δημόσιο συμφέρον.

Από την άλλη, το ποινικοκατασταλτικό σύστημα εξαντλεί την αυστηρότητά του απέναντι σε όσους παραδοσιακά ταυτίζονται με τους «εσωτερικούς εχθρούς» του συστήματος, απέναντι σε πρόσφυγες, μετανάστες, τοξικο-εξαρτημένους, περιθωριοποιημένους, νέους, πολιτικά αντιφρονούντες και αναρχικούς, συντελώντας στην κοινωνική κατασκευή των «επικίνδυνων» τάξεων και ομάδων, από τις οποίες απειλείται η εσωτερική ασφάλεια και η κοινωνική συνοχή.

Το γεγονός αυτό αποτυπώνεται έκδηλα στις προτεραιότητες της αστυνόμευσης, στην αποσιώπηση ή άρνηση των περιστατικών κρατικής βίας, αυθαιρεσίας και κατάχρησης εξουσίας των αρμόδιων αστυνομικών οργάνων, αλλά και σε πλείστες περιπτώσεις άνισης μεταχείρισης και παραβίασης διεθνώς παραδεκτών αρχών και παγιωμένων δικαιωμάτων εντός του σωφρονιστικού συστήματος.

Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα βρίσκεται στο μικροσκόπιο διεθνών οργανισμών, λόγω σοβαρών ελλείψεων υποδομής και οριακών για τα ανθρώπινα δικαιώματα πρακτικών και συνθηκών λειτουργίας της δικαιοσύνης, της αστυνομίας και των φυλακών. Οι συνθήκες, οι οποίες καθορίζουν σήμερα την αντιμετώπιση κρατούμενου απεργού πείνας από τη δικαιοσύνη και το σωφρονιστικό σύστημα, συνοψίζουν με τον πιο εύγλωττο και ανησυχητικό τρόπο την παραπάνω κατάσταση, που κάθε άλλο παρά πρωτόγνωρη είναι.

Ταυτόχρονα, προβάλλεται και αναπαράγεται ένας θεσμικός λόγος που ταυτίζει το έγκλημα με ατομική ψυχοπαθολογία, που παρουσιάζει, με την καθοριστική συμβολή τηλεοπτικών αναλυτών της «εγκληματικής προσωπικότητας» και της «εγκληματικής δράσης», εμμονικά τις λεπτομέρειες συγκεκριμένων δικαστικών υποθέσεων, αποσιωπώντας μία σειρά άλλων εγκλημάτων με ισχυρό οικονομικό και κοινωνικό αντίκτυπο.

Με τον τρόπο αυτόν, κατασκευάζονται συγκεκριμένες αντιλήψεις γύρω από την έννοια του εγκλήματος και των δραστών, ενώ την ίδια στιγμή αποσιωπώνται πλήρως οι όροι λειτουργίας και τα πεπραγμένα των ποινικοκατασταλτικών μηχανισμών, η ωμή καταστολή των κρατικών οργάνων, η κρατική βία που προσβάλλει θεμελιώδη δικαιώματα, η οποία αναβαπτίζεται στην κολυμπήθρα της «νόμιμης κρατικής βίας».

Υπό αυτό το πρίσμα, αναζητείται με ιδιαίτερη σπουδή ο ιδιαίτερος, διαφορετικός τρόπος με τον οποίο λειτουργεί "ο νους του εγκληματία", οι διαταραχές της προσωπικότητάς του και οι διαστροφές του, προσωποποιούνται, παθολογικοποιούνται και στερούνται κάθε κοινωνικής αναφοράς και πλαισίωσης τα ζητήματα που προκύπτουν σε όλες τις υποθέσεις που συγκεντρώνουν το απεριόριστο ενδιαφέρον του κοινωνικού σώματος, συχνά αποσπώντας το από άλλες, εξίσου ή και περισσότερο σοβαρές και επιβλαβείς δραστηριότητες στις οποίες εμπλέκονται πολιτικοί και επιχειρηματικοί κύκλοι.

Ουδόλως φαίνεται να απασχολεί το ενδεχόμενο οι ανθρώπινες πράξεις να εκδηλώνονται ακολουθώντας την ίδια διαδρομή και τις ίδιες διεργασίες, ανεξάρτητα από το εάν θεωρούνται σύμφωνες ή αντίθετες με τις απαιτήσεις των (ποινικών και άλλων) κανόνων και καθοριζόμενες από τους κανόνες αυτούς, που εν κατακλείδι τις διαφοροποιούν, εκφράζοντας ανταγωνισμούς, ανισότητες και συσχετισμούς δύναμης σε κάθε εποχή και συγκυρία.

Σε αυτό το πλαίσιο, το τεκμήριο αθωότητας καταλύεται, η προσωπική / ιδιωτική ζωή (φερόμενων ως) δραστών και θυμάτων γίνεται βορά στις ορέξεις της δημοσιότητας και των "υπηρετών" της ενημέρωσης χωρίς όρια, αρχές και δεοντολογία, το έργο των διωκτικών, των ανακριτικών και των δικαστικών αρχών "ανατίθεται" στα κάθε είδους "λαγωνικά" της δημοσιογραφίας, τα πρότινος σιωπηρά και αθέατα θύματα (αυτο-)εκτίθενται και επαναθυματοποιούνται πολλαπλά, οι δράστες και τα θύματα διαπομπεύονται, στοχοποιούνται και παραδίδονται στις εκδικητικές ορέξεις των μέσων μαζικής ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης και στις διαθέσεις αυτοδικίας του πλήθους που άγεται και φέρεται από αυτά.

Σε αυτό το σαθρό έδαφος παρατηρείται μια στροφή στην τιμωρητικότητα και τον τιμωρητικό λαϊκισμό. Μέχρι και η συζήτηση για επαναφορά της θανατικής ποινής αναβιώνει σε ένα κράτος μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, όπου υποτίθεται ότι το θέμα αυτό έχει απαντηθεί οριστικά και κατηγορηματικά με απόλυτα αρνητικό τρόπο. Το ποινικοκατασταλτικό σύστημα προκρίνεται με ευκολία ως η μόνη λύση για την αντιμετώπιση όλων των κοινωνικών προβλημάτων, για τα ελλείμματα της θεσμικής και κοινωνικής προστασίας.

Η στροφή αυτή έχει, κατά παράδοξο τρόπο, αντίρροπες ιδεολογικές και φιλοσοφικές αφετηρίες, με αποτέλεσμα να αναπτύσσεται παράλληλα μία κινηματικής προέλευσης «προοδευτική τιμωρητικότητα», στο όνομα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δικαίωσης και της ικανοποίησης των θυμάτων και της ισότητας και μία (νέο)συντηρητική τιμωρητικότητα στο όνομα της επιβολής του «Νόμου και της Τάξης» και της εξουδετέρωσης ή αχρήστευσης «επικίνδυνων» δραστών.

Εντούτοις, οι δύο αντίθετες αυτές τάσεις οι οποίες συγκλίνουν σε συνθήματα όπως «τα ισόβια να είναι ισόβια», «οι δράστες να μη ξαναδούν το φως του ήλιου» κ.λπ., αγνοούν ότι η χωρίς όρια και εγγυήσεις στροφή στην καταστολή οδηγεί μακροπρόθεσμα σε κοινωνική εξαχρείωση, σε διεύρυνση της κοινωνικής βίας και στη διάβρωση της κοινωνικής συνοχής, στρέφοντας πολλές φορές τα μέλη του κοινωνικού σώματος που υφίστανται την ανισότητα και τις διακρίσεις σε όλες τις μορφές τους εναντίον αυτών με τους/τις οποίους/ες βρίσκονται στην ίδια θέση…

Η Δικαιοσύνη ως πυλώνας της Δημοκρατίας και τρίτη μορφή εξουσίας που πηγάζει κι αυτή από το λαό (άρ. 1 του Σ.) υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο και κριτική. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να στήνονται λαϊκά και τηλεοπτικά δικαστήρια, ούτε ότι οι δικαστές θα πρέπει να αποφασίζουν σύμφωνα με το «κοινό περί δικαίου αίσθημα των πολιτών», το οποίο πολλές φορές άγεται από την επιλεκτική πληροφόρηση ή την παραπληροφόρηση των ΜΜΕ. Τα δικαστήρια σχηματίζουν ελεύθερα τη δικανική τους κρίση, σύμφωνα με τον νόμο, το Σύνταγμα, τα αποδεικτικά στοιχεία και την ακροαματική διαδικασία κάθε υπόθεσης.

Από την άλλη, ωστόσο, δεν μπορεί να κρίνεται αθέμιτος εξ’ ορισμού ή να αφορίζεται ο δημόσιος και επιστημονικός προβληματισμός γύρω από τις άμεσες και έμμεσες λειτουργίες του δικαστικού συστήματος και των μηχανισμών του επίσημου κοινωνικού ελέγχου εν γένει. Αντίθετα, ο κομβικός θεσμικός ρόλος της Δικαιοσύνης στη δημοκρατική λειτουργία επιβάλλει τη διεύρυνση της επιστημονικής έρευνας, του δημόσιου και επιστημονικού διαλόγου αναφορικά με την απονομή και τις λειτουργίες της.

Με βάση τα ανωτέρω, η Ελληνική Εταιρεία Μελέτης του Εγκλήματος και του Κοινωνικού Ελέγχου εκφράζει έντονα τον προβληματισμό της και τη βαθύτατη ανησυχία της για:

  • την προβολή και αναπαραγωγή του εγκληματικού φαινομένου με όρους ατομικής ψυχοπαθολογίας και παρέκκλισης,
  • τη συστηματική καλλιέργεια συγκεκριμένων αντιλήψεων, οι οποίες προκρίνουν την παθολογικοποίηση του εγκλήματος και την αποσιώπηση των κοινωνικών διαδικασιών εγκληματοποίησης και ανάδειξης του ποινικού φαινομένου σε ρυθμιστή των κοινωνικών ανισοτήτων,
  • τις διαφοροποιημένες διαδικασίες του νόμου και των φορέων του ποινικοκατασταλτικού συστήματος απέναντι σε άτομα, ομάδες, συμπεριφορές με διαφορετικά κοινωνικά χαρακτηριστικά και βάσει αυτών των χαρακτηριστικών,
  • την αποσιώπηση από τον δημόσιο λόγο και τα ΜΜΕ υποθέσεων με μεγάλο κοινωνικό αντίκτυπο,
  • την αναπαραγωγή και διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και διακρίσεων από τους φορείς του επίσημου κοινωνικού ελέγχου,
  • την αποσιώπηση και συγκάλυψη περιστατικών αστυνομικής βίας, αυθαιρεσίας και κατάχρησης εξουσίας,
  • τη συστηματική παραβίαση των δικαιωμάτων συγκεκριμένων κατηγορουμένων και κρατουμένων,
  • την απαξίωση των εναλλακτικών κυρώσεων και την κατά βούληση χορήγησή τους με αξιολογικά κριτήρια εκτός νόμου,
  • την άθλια εκμετάλλευση του πόνου των θυμάτων και την ακούσια ή εκούσια έκθεσή τους σε δημόσια θέα, στον βωμό της μαζικής ενημέρωσης και της προβολής των απόψεών τους στο πλαίσιο ποικίλων σκοπιμοτήτων και
  • την καλλιέργεια του μίσους και της εκδικητικότητας ως απαντήσεων στις ανταγωνιστικές και βίαιες σχέσεις και στις ανισότητες που αποτελούν το υπόβαθρο της εγκληματικότητας.

Σήμερα, από τον τρόπο με τον οποίο η πολιτεία αντιμετωπίζει στυγνούς εγκληματίες που ανήκουν στις εξουσιαστικές ελίτ, τον τρόπο που αντιμετωπίζει κρατούμενους που έχουν καταχωρηθεί στους εχθρούς του κράτους, έως και τη στάση και την απάνθρωπη συμπεριφορά απέναντι σε πρόσφυγες και την άσκοπη βία απέναντι σε διαδηλωτές προκύπτει μια συστηματική υπαναχώρηση ή απαξίωση κεκτημένων δικαιωμάτων και αξιώσεων των πολιτών έναντι του κράτους που είναι οριακή από την άποψη του κράτους δικαίου.

Ειδικότερα, η κατάσταση η οποία διαμορφώνεται δυναμιτίζει τόσο άμεσα όσο και μακροπρόθεσμα τα θεμέλια μιας φιλελεύθερης δημοκρατικής πολιτείας και τις αξίες που ιστορικά προάγει. Προκύπτει έτσι η άμεση ανάγκη εντατικής διερεύνησης των όρων λειτουργίας των ποινικοκατασταλτικών μηχανισμών και των συνεπειών τους για τη Δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Το ΔΣ της ΕΕΜΕΚΕ με το παραπάνω σκεπτικό επισημαίνει ότι αυτή κατάσταση, αν συνεχιστεί, προοιωνίζεται την αποδυνάμωση και την πλήρη απονεύρωση του κράτους δικαίου και την επικράτηση της ανασφάλειας ως γενική συνθήκη της ελληνικής κοινωνίας και καλεί τους αρμόδιους, θεσμούς, επαγγελματικούς φορείς και τους πολίτες να προστατεύσουν τη δικαιοκρατική λειτουργία των ποινικοκατασταλτικών θεσμών με προσήλωση στους στόχους της κοινωνικής δικαιοσύνης, της αποκαταστατικής δικαιοσύνης και της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών.

 Αθήνα, 24 Ιουλίου 2022

Το ΔΣ της ΕΕΜΕΚΕ

Κυκλοφορεί το δεύτερο τεύχος

ΑΡΘΡΑ-ΜΕΛΕΤΕΣ
Κώστας Κοσμάτος
Οι νέες νομοθετικές επιλογές στο πεδίο έκτισης της ποινής
Μαρκέλλα Σιταρά
Απο-φυλακοποίηση: Aρχές και δράσεις για τη σταδιακή ελαχιστοποίηση
της υλικής και άυλης φυλακής ως προϋπόθεση μείωσης
της κοινωνικής βλάβης
Χάρης Παπαχαραλάμπους
Η «ανεκτικότητα» ως δικαιοπολιτικό πρόταγμα. Μεγαλείο του φιλελευθερισμού ή μορφή κυβερνητικότητας; Ακολουθώντας τη σκέψη των Michel Foucault
και Wendy Brown
ΕΡΕΥΝΕΣ
Σοφία Βιδάλη, Συνεργασία: Χαράλαμπος Καραγιαννίδης, Αλεξάνδρα Κουφούλη, Σοφία Σπυρέα
Δικαστική Αστυνομία και αποτελεσματικότητα του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα – Παρουσίαση μιας έρευνας
ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ
Γιώργος Παπανικολάου
R. Reiner (2021). Social democratic criminology. London: Routledge
ΔΙΑΤΡΙΒΕΣ, ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ, ΝΕΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ
Ευαγγελία Παναγοπούλου
Το modus operandi της λαθρεμπορίας ως οργανωμένης εγκληματικής δραστηριότητας και οι τρόποι αντιμετώπισής της:
Το παράδειγμα των προϊόντων καπνού

Αντιγόνη: το ερώτημα

Περιοδικό για την Κριτική Εγκληματολογία, το ποινικό πρόβλημα και τον κοινωνικό έλεγχο

 

Μπορείτε να αγοράσετε το 2o τεύχος  σε  Pdf απευθείας ή μέσω του εκδοτικού οίκου 

https://payhip.com/b/r39qE

http://www.toposbooks.gr/contents/books_details2.php?nid=765

ή σε  epub απευθείας ή μέσω του εκδοτικού οίκου

https://payhip.com/b/9phl5

http://www.toposbooks.gr/contents/books_details2.php?nid=764

 

 

 

  

Για τον απεργό πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα

Αθήνα, 24 Φεβρουαρίου 2021

Μετά την απόφαση του κρατούμενου απεργού πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα να μη λαμβάνει πλέον ούτε ορό ενυδάτωσης, ο χρόνος πλέον για μια μη αναστρέψιμη εξέλιξη ή και τη μοιραία κατάληξη, εάν υπάρχει, είναι ελάχιστος.

Η ΕΕΜΕΚΕ ενώνει τη φωνή της με τις ανθρωπιστικές οργανώσεις, τους θεσμικούς φορείς, τους ακαδημαϊκούς, τους νομικούς, τους καλλιτέχνες και κάθε σκεπτόμενο πολίτη και απευθύνει την έκκληση η κυβέρνηση να πράξει ό,τι είναι αναγκαίο για να δοθεί άμεσα τέλος στην απεργία πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα. Ο θάνατος του κρατουμένου-απεργού πείνας θα αποτελέσει ανεπανόρθωτο πλήγμα στην έννοια και την ηθική νομιμοποίηση του δημοκρατικού κράτους δικαίου.

Αυτές τις κρίσιμες στιγμές, όταν κινδυνεύει η ζωή ενός ανθρώπου, ακόμα κι ενός ανθρώπου που έχει αφαιρέσει τη ζωή άλλων ανθρώπων και έχει καταδικαστεί για το λόγο αυτό, εμείς δεν μπορούμε να πούμε: “Ας πεθάνει”. Η συνείδησή μας δεν το επιτρέπει. Η συνείδηση των ιθυνόντων;

Το ΔΣ της ΕΕΜΕΚΕ

Για τον απεργό πείνας Βασίλη Δημάκη

Αθήνα, 29 Απριλίου 2020

 

Το ΔΣ της ΕΕΜΕΚΕ υποστηρίζει ανεπιφύλακτα το δίκαιο αίτημα του απεργού πείνας και δίψας Βασίλη Δημάκη, ο οποίος αγωνίζεται για την επαναμεταγωγή του από το Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού Ι, προκειμένου να συνεχίσει απρόσκοπτα τις σπουδές του.

Συμμεριζόμαστε την ανησυχία και τους προβληματισμούς οργανώσεων, φορέων, συλλογικοτήτων και κάθε ανθρώπου για την υγεία και τη ζωή του κρατουμένου και ζητούμε την επείγουσα αναθεώρηση της απόφασης με την οποία παραγγέλθηκε, χωρίς -απ΄ό,τι φαίνεται- συγκεκριμένο νόμιμο λόγο, η μεταγωγή του Βασίλη Δημάκη από το κατάστημα κράτησης από το οποίο είχε τη δυνατότητα να σπουδάζει, σε άλλο που βρίσκεται 450 χιλιόμετρα μακριά από την έδρα του πανεπιστημιακού τμήματος στο οποίο είναι φοιτητής.

Τέλος, καλούμε την ηγεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, που τελείως άστοχα και αντίθετα με όλα τα διεθνή πρότυπα, έχει αναλάβει να διαχειρίζεται ένα πεδίο απονομής της δικαιοσύνης, να αντιληφθεί ότι η πολιτειακή αποστολή της στον τομέα των φυλακών δεν είναι η εξόντωση των κρατουμένων (το τελευταίο διάστημα με πρόσθετους περιορισμούς σε συνθήκες ασφυξίας και με επίκληση της υγειονομικής κρίσης), αλλά η προετοιμασία τους για μια επί ίσοις όροις επιστροφή στην κοινωνική ζωή. Ας δείξουν, Υπουργείο και Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής, έστω και την ύστατη στιγμή, ότι είναι σε θέση να αντιληφθούν και να αναλάβουν τις ευθύνες τους.

 

Σοφία Βιδάλη, Καθηγήτρια, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Μαργαρίτα Γασπαρινάτου, Δικηγόρος, Δρ. Εγκληματολογίας

Στράτος Γεωργούλας, Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Όλγα Θεμελή, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Νικόλαος Κουλούρης, Επίκουρος Καθηγητής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Χρήστος Κουρούτζας, Πανεπιστημιακός Υπότροφος Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Γιώργος Παπανικολάου, Αναπληρωτής Καθηγητής, Teesside University, UK

Ειρήνη Σταμούλη, Δικηγόρος, Δρ. Εγκληματολογίας

Παρέμβαση για τις καταγγελλόμενες παράνομες επαναπροωθήσεις αλλοδαπών και αιτούντων άσυλο

Αθήνα, 18 Δεκεμβρίου 2018

 

Τις τελευταίες ημέρες έχουν δει ξανά το φώς της δημοσιότητας και έχουν καταγγελθεί από διάφορους φορείς πρακτικές βίας και παράνομης επαναπροώθησης σε βάρος αιτούντων άσυλο και μεταναστών στον Έβρο, οι οποίες ασκούνται από (παρα-)κρατικές ομάδες, που δραστηριοποιούνται στην περιοχή. Οι ίδιες καταγγελίες επισημαίνουν την αδράνεια των αρμόδιων αρχών να διερευνήσουν τη βασιμότητα των καταγγελλόμενων, αρνούμενες ότι συμβαίνουν. Σύμφωνα με τις καταγγελίες αυτές, ένστολοι με αστυνομική ή στρατιωτική περιβολή και καλυμμένα χαρακτηριστικά προβαίνουν σε πράξεις απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης και σε άτυπες εξαναγκαστικές απομακρύνσεις (push-backs) υπηκόων τρίτων χωρών, τελώντας σε βάρος τους σωρεία αξιόποινων πράξεων βίας και εκμετάλλευσης. Τα καταγγελλόμενα φαίνεται ότι τεκμηριώνονται με μαρτυρίες των ανθρώπων που υφίστανται τις συνέπειες αυτής της δράσης και με άλλα στοιχεία, όπως φωτογραφικό υλικό και γεωεντοπισμός των θυμάτων και στις δύο πλευρές του Έβρου.

Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου έχει από καιρό επισημάνει σχετικές καταγγελίες που σωρεύονται και αφορούν άτυπες επαναπροωθήσεις ατόμων που ενδεχομένως χρήζουν διεθνούς προστασίας στην περιοχή του Έβρου.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης και Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας, μετά την επίσκεψή της στην Ελλάδα (10-19 Απριλίου 2018) καταγράφει στις Προκαταρκτικές Παρατηρήσεις της άτυπες αναγκαστικές επαναπροωθήσεις αλλοδαπών στην Τουρκία από «μασκοφόρους έλληνες αστυνομικούς και συνοριοφύλακες ή (παρα)στρατιωτικούς κομάντος» στην περιοχή του Έβρου.

Οι οργανώσεις ΑΡΣΙΣ - Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης Νέων, Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και Human Rights 360 δημοσιοποιούν έκθεση με 39 μαρτυρίες προσώπων που επιχείρησαν να εισέλθουν στην Ελλάδα από τα σύνορα της χώρας με την Τουρκία στην περιοχή του Έβρου και αναφέρουν ότι επαναπροωθήθηκαν, κατά παράβαση του εθνικού, ενωσιακού και διεθνούς δικαίου, στην Τουρκία. Οι λεπτομέρειες της Έκθεσης αποκαλύπτουν ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό τοπίο αυθαίρετων και έκνομων ενεργειών.

Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΛΕΔΑ) δηλώνει επίσης, ότι "η δράση παρακρατικών ομάδων που διαπράττουν σωρεία σοβαρότατων ποινικών αδικημάτων (απαγωγές, ξυλοδαρμούς, ληστείες, παράνομες επαναπροωθήσεις), εφόσον αποδειχθεί αληθινή, δεν μπορεί να γίνεται ανεκτή σε κανένα σημείο της ελληνικής επικράτειας. Η ΕλΕΔΑ έχει ήδη καταθέσει μηνυτήρια αναφορά στον Άρειο Πάγο και καταγγελία στον Συνήγορο του Πολίτη για συγκεκριμένες περιπτώσεις επαναπροωθήσεων, χωρίς να υπάρξει ως τώρα κάποια ένδειξη, ότι η σχετική έρευνα προωθείται από κάποιον από τους δύο φορείς, ενώ ανάλογες καταγγελίες έχουν γίνει και από δικηγόρους και δημοσιογράφους, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία".

 Εφόσον τα παραπάνω ισχύουν, έστω και σε μικρότερο βαθμό, είναι σαφές ότι πρόκειται για εγκλήματα που δεν μπορεί να είναι  μεμονωμένες περιπτώσεις. Το ενδεχόμενο ότι πρόκειται για συστηματικά οργανωμένες προσπάθειες, που αποκαλύπτουν ένα παράλληλο και σκιώδες κράτος που δρά σε βάρος του κράτους δικαίου και κυρίως έχει αυτονομηθεί από το επίσημο ελληνικό κράτος είναι ένα πιθανό ενδεχόμενο.

Ανάλογα φαινόμενα έχουν καταγραφεί και καταγγελθεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Βουλγαρία, η Ουγγαρία η Τσεχία και η Σλοβακία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις πρωταγωνιστές είναι πολιτικές και παραστρατιωτικές ομάδες με αναφορές στο χώρο της άκρας δεξιάς και του νεοναζισμού. Ελπίζουμε η χώρα μας να μην έχει καταστεί άλλος ένας κρίκος στην αλυσίδα του ξυπνήματος των ιδεολογιών του εθνικιστικού μίσους και της ρατσιστικής προκατάληψης. Η Ευρώπη, και η χώρα μας έχουν πικρή και ανεξίτηλη εμπειρία από το αιματοκύλισμα και την καταστροφή  που προκάλεσαν ο ναζισμός και ο φασισμός. 

 Δηλώνουμε τη βαθιά ανησυχία μας για τα περιστατικά που καταγγέλλονται, συμμεριζόμενοι τους σοβαρότατους προβληματισμούς που θέτουν οι φορείς και οι οργανώσεις που προαναφέραμε. Ζητούμε μαζί τους την άμεση διερεύνηση των καταγγελιών και, σε περίπτωση επιβεβαίωσής τους, την ανάληψη αποφασιστικών πρωτοβουλιών που θα σταματήσουν κάθε σχετική δραστηριότητα και θα εμποδίσουν τους εμπνευστές και τα εκτελεστικά τους όργανα από την επανάληψή τους. 

 

Tο ΔΣ της ΕΕΜΕΚΕ

Ποινική Δικαιοσύνη: μεταρρύθμιση, όχι ημίμετρα

Αθήνα, 3 Δεκεμβρίου 2018

 

«Η δια νόμου επιβολή της ποινής του θανάτου κατά των πεπωρωμένων εγκληματιών δύναται να θεωρηθή ως αποτελούσα εκδήλωσιν της ομοθύμου λαϊκής θελήσεως… δεν νομίζομεν ότι πρέπει να υπάρξη οίκτος διά τους μέλλοντας να καταδικασθούν εις την εσχάτην των ποινών καταχραστάς».

Από την Εισηγητική Έκθεση του Νόμου 1608/1950
περί καταχραστών του Δημοσίου

Το ΔΣ της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης του Εγκλήματος και του Κοινωνικού Ελέγχου, με αφορμή την υπόθεση της καθαρίστριας που καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 10 ετών λόγω χρήσης πλαστού απολυτηρίου Δημοτικού Σχολείου, και αποφυλακίστηκε πρόσφατα με ανασταλτικό αποτέλεσμα λόγω άσκησης ενδίκου μέσου, επισημαίνει τα εξής:


Όπως συμβαίνει συνήθως, το θέμα αποσύρθηκε από το προσκήνιο με τους καταιγιστικούς ρυθμούς που επιβάλλει η επικαιρότητα: σχεδόν αμέσως μετά την αποφυλάκιση της γυναίκας. Άλλα ζητήματα διεκδικούν τώρα το ενδιαφέρον μας. Η δικαιοσύνη, όμως, συνεχίζει να εκδίδει εκατοντάδες ή χιλιάδες αποφάσεις καθημερινά. Κάποιες από αυτές μπορεί να έχουν όμοια χαρακτηριστικά με αυτήν που προκάλεσε τόσες αντιδράσεις, άλλες να είναι διαφορετικές. Σε κάθε περίπτωση, το δικαιοδοτικό έργο πρέπει να συνεχίσει να μας απασχολεί γιατί, με τη διαφοροποιημένη εφαρμογή της νομοθεσίας, που διαπιστώνουμε όσοι ασχολούμαστε με την απονομή της δικαιοσύνης, επηρεάζει πολλές φορές καταλυτικά τη ζωή και την κατάσταση των ανθρώπων, άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα.


Η καταδικαστική απόφαση σε βάρος της καθαρίστριας προσκρούει στο κοινό περί δικαίου αίσθημα και σε θεμελιώδεις αξίες του νομικού μας πολιτισμού. Εκφράζουμε συνεπώς την ικανοποίησή μας για την -έστω προσωρινή- διόρθωση του ατόπου της εξοντωτικής ποινής που επιβλήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.


Δεν μπορούμε ωστόσο να παραβλέψουμε ότι η εφαρμογή του νόμου περί καταχραστών του Δημοσίου (ν. 1608/1950), ενός νόμου απομακρυσμένου από κάθε σημερινή αντίληψη περί αντεγκληματικής πολιτικής, ακόμη και την πιο συντηρητική, όπως αποδεικνύεται και από το ανωτέρω παρατιθέμενο απόσπασμα της εισηγητικής έκθεσης του νόμου αυτού, αποτελεί εστία παραγωγής κοινωνικής αδικίας, γιατί εμποδίζει τη δικαστική αντιμετώπιση περιπτώσεων οι οποίες είναι ποιοτικά διαφορετικές με όρους αναλογικότητας. Η πρόσφατη νομολογία, από τη μια πλευρά βρίθει ανάλογων υποθέσεων περιουσιακής βλάβης του Δημοσίου, με χρήση παράνομων πιστοποιητικών-απολυτηρίων, στις οποίες επιβλήθηκαν βαρύτατες ποινές κάθειρξης, ενώ από την άλλη πλευρά, ο νόμος αυτός εφαρμόζεται πολύ σπανιότερα απέναντι σε πρόσωπα που διαθέτουν οικονομική ισχύ.


Η κοινωνική ευαισθησία και κινητοποίηση με την οποία εκφράστηκε είναι ευπρόσδεκτες, αλλά δεν παύουν να είναι επιλεκτικές. Η ευρύτατη συμπάθεια που δέχθηκε η καθαρίστρια και η δημοσιότητα που πήρε η υπόθεση αυτή δεν θα πρέπει να συγκαλύπτει το ρόλο της ποινικής δικαιοσύνης στην αναπαραγωγή ανισοτήτων, στην καταστολή της διαφορετικότητας, και στη δημιουργία περιθωριοποίησης και κοινωνικού αποκλεισμού. Εξίσου ευπρόσδεκτη είναι η θεσμική σπουδή να διορθωθεί προς το παρόν και μέχρι την εκ νέου δικαστική αξιολόγηση των δεδομένων, το άτοπο στη συγκεκριμένη περίπτωση, έστω και υπό την πίεση έντονων αντιδράσεων. Η αντιμετώπιση των αδικιών που ενυπάρχουν στο σύστημα πρέπει ωστόσο να εντάσσεται στο πλαίσιο συστηματικής διερεύνησης και απάλειψής τους, παρά να είναι περιστασιακή.


Επείγει συνεπώς να ξεκινήσει σε θεσμικό επίπεδο μία ουσιαστική συζήτηση για:

  • τους όρους απονομής της ποινικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα , η οποία εδώ και χρόνια έχει εγκλωβιστεί στη συζήτηση για την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης,
  • το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τον έλεγχο των δικαστικών λειτουργών και δικαστικών αποφάσεων,
  • τους όρους υπό τους οποίους διαμορφώνονται επαγγελματικά και ασκούν το λειτούργημά τους οι δικαστικοί λειτουργοί στην Ελλάδα,
  • την ποσότητα και ποιότητα της πληροφόρησης που παρέχεται στους πολίτες σχετικά με τα θεσμικά και πρακτικά ζητήματα της λειτουργίας της ποινικής δικαιοσύνης.

Τέλος σημειώνουμε ότι η παραβίαση του νόμου είναι σχεδόν αναπόδραστη εξέλιξη, όταν ο νόμος δεν αντιστοιχεί με τις κοινωνικές ανάγκες και αντιλήψεις περί δικαίου. Αυτό δεν αναιρεί την ποινική ευθύνη οποιουδήποτε συγκεκριμένου προσώπου, όπου και στο μέτρο που διαπιστώνεται ότι υπάρχει. Όταν όμως το αίσθημα δικαίου και το νομικό πλαίσιο βρίσκονται σε αναντιστοιχία και δυσαρμονία, οι πολιτικές δυνάμεις που έχουν τη νομοθετική πρωτοβουλία έχουν υποχρέωση να κινηθούν άμεσα και αποφασιστικά σε μια κατεύθυνση ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων.


Το ΔΣ της ΕΕΜΕΚΕ

Για το Βασίλη Καρύδη

Αθήνα, 20 Ιουνίου 2018

Το ΔΣ της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης του Εγκλήματος και του
Κοινωνικού Ελέγχου εκφράζει τη βαθιά οδύνη του για τον πρόωρο χαμό του
συναδέλφου, του φίλου, του συντρόφου και του συνοδοιπόρου στις
εγκληματολογικές αναζητήσεις Βασίλη Καρύδη.

Ο Βασίλης υπήρξε πρωτοπόρος στην Κριτική Εγκληματολογία στην Ελλάδα,
αφοσιώθηκε στην προστασία των ευάλωτων ομάδων, ιδίως των κρατουμένων
ως βοηθός συνήγορος του Πολίτη, υπερασπίστηκε ως δικηγόρος δύσκολες
υποθέσεις εγκληματιών χωρίς να υπολογίσει το προσωπικό ή άλλο κόστος,
με τη συνέπεια, όπως αυτή που πρέπει να έχει ο κάθε δικηγόρος, μεταξύ
των πρώτων είδε το μέγεθος του προβλήματος των μεταναστών και ως
ακαδημαϊκός δάσκαλος και ερευνητής αφιέρωσε μεγάλο μέρος του έργου του
σε αυτό.

Από το Πανεπιστήμιο Θράκης και αργότερα από το Πανεπιστήμιο
Πελοποννήσου δίδαξε γενιές φοιτητών για τα δικαιώματα, την κοινωνική
πρόληψη του εγκλήματος, τη σχέση νόμου πραγματικότητας, τα στερεότυπα
και τη διακριτική μεταχείριση . Εκπροσώπησε την Ελλάδα και την
Εγκληματολογία σε διεθνή φορά και οργανισμους. Θα χρειαστούν πολλές
σελίδες να αποτιμήσει κάποιος τη δράση και το έργο του Βασίλη Καρύδη.

Όσοι τον γνωρίσαμε από κοντά ως φίλοι και συνάδελφοι θα θυμόμαστε τη
γλυκύτητα, το χιουμορ, την αγάπη για τη ζωή, το πάθος για την κοινωνία
και την αγάπη για τους νέους που ο Βασίλης εκδήλωνε σε κάθε ευκαιρία.

Τα θερμά μας συλληπητήρια στην σύζυγό του στις κόρες και τον γιό του
και στην υπόλοιπη οικογένειά του

Το ΔΣ της ΕΕΜΕΚΕ

Η αντεγκληματική πολιτική στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος: άλλη μια χαμένη ευκαιρία;

Αθήνα, 1 Δεκεμβρίου 2017

Η αντεγκληματική πολιτική σπάνια έχει αποτελέσει ιδεολογικό διακύβευμα στη χώρα μας. Η ανάδειξή της σε κεντρικό και μείζονος σημασίας ζήτημα του δημόσιου βίου και του δημόσιου λόγου τους τελευταίους μήνες, που κορυφώθηκε τις προηγούμενες ημέρες, παρουσιάζει επομένως καθεαυτή ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το ίδιο ισχύει και για τους όρους υπό τους οποίους διεξάγεται η σχετική συζήτηση.

Η αντεγκληματική πολιτική αποτελεί πρόσφορο τόπο για την πόλωση του πολιτικού ανταγωνισμού με την αντιπαράθεση των συντηρητικών και των φιλελεύθερων προσεγγίσεων που τη συγκροτούν. Το δόγμα «νόμος και τάξη» και το πρότυπο της «μηδενικής ανοχής» (στην αταξία, ώστε αυτή να μην εξελιχθεί σε σοβαρή εγκληματικότητα και να παταχθεί η τελευταία) υποστηρίζουν την αυστηρή καταστολή και προτάσσουν την ασφάλεια που επιδιώκεται με την περιστολή δικαιωμάτων και ελευθεριών και με την αχρήστευση των εγκληματιών. Τα πρότυπα και τα κινήματα της κοινωνικής δικαιοσύνης, του ποινικού εγγυητισμού και της ελάχιστης ποινικής παρέμβασης με τις διάφορες εκδοχές και παραλλαγές τους παραπέμπουν σε αποκλιμάκωση της ποινικής καταστολής και σε εξωποινικές παρεμβάσεις εξισωτικού και συμφιλιωτικού - αποκαταστατικού χαρακτήρα, με έμφαση στην προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και τον περιορισμό των κοινωνικών προβλημάτων. Αυτά τα διαμετρικά αντίθετα χαρακτηριστικά, επιμέρους στοιχεία των οποίων μπορεί και να συνυπάρχουν, καθιστούν την αντεγκληματική πολιτική αιχμή του δόρατος σε συνθήκες μετωπικής σύγκρουσης μεταξύ των εκάστοτε διεκδικητών και διαχειριστών της εξουσίας.

Εν προκειμένω, η διαμάχη για την αντεγκληματική πολιτική διαμορφώθηκε μετά από μια οξεία αντιπαράθεση για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και το θεμιτό της άσκησης κριτικής στις δικαστικές αποφάσεις και την παρατεταμένη καλλιέργεια κλίματος ανασφάλειας και φόβου που οικοδομήθηκε με την ανάδειξη επιλεγμένων εγκληματικών περιστατικών με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, άλλοτε πραγματικά και άλλοτε παραποιημένα.

Η θεματολογία που προβάλλει την αποδόμηση της αντεγκληματικής πολιτικής είναι ευρέως γνωστή:

  • έξαρση των φαινομένων βίας και εγκληματικότητας,
  • ανοχή στην αταξία και την παρανομία που σε πολλές περιπτώσεις είναι σχεδιασμένες και οργανωμένες από συγκεκριμένες ομάδες που δρουν σε ορισμένους χώρους,
  • αποδυνάμωση αστυνομικών υπηρεσιών και ανεπαρκής αστυνόμευση,
  • κατάργηση φυλακών υψίστης ασφάλειας,
  • εσπευσμένη, μαζική και άκριτη αποφυλάκιση κρατουμένων με επίκληση της ανάγκης για αποσυμφόρηση των φυλακών με αποτέλεσμα την τέλεση νέων, σοβαρών και βίαιων εγκλημάτων από τους αποφυλακισθέντες,
  • χορήγηση αδειών εξόδου σε επικίνδυνους κρατουμένους, οι οποίοι δεν πρέπει να λαμβάνουν άδειες λόγω του εγκληματικού παρελθόντος τους ή λόγω του ότι τις χρησιμοποιούν για να συνεχίσουν την εγκληματική δραστηριότητά τους,
  • γενικευμένη αίσθηση πλήρους ανομίας και ένταση του αισθήματος ανασφάλειας των πολιτών.

Η λογική από την οποία απορρέει αυτή η θεματολογία προϋποθέτει τις εξής παραδοχές:

  • Η εγκληματικότητα ως κοινωνικό πρόβλημα ταυτίζεται με τη βία και την αταξία που βρίσκονται σε έξαρση, η οποία τεκμαίρεται με την επίκληση επιλεγμένων παραδειγμάτων που απασχολούν με ιδιαίτερη έμφαση τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και τον δημόσιο λόγο.
  • Η αστυνομία αποτελεί το κύριο (αν όχι το μόνο) εργαλείο για την πρόληψη και τον έλεγχο της εγκληματικότητας. Η παρουσία της στους χώρους που αναπτύσσονται οι καθημερινές δραστηριότητες των ανθρώπων (σε περιοχές κατοικίας και συγκέντρωσης για μετακίνηση και ψυχαγωγία κ.λπ.) και η αστυνόμευση των χώρων αυτών δεν επιτρέπουν την εκδήλωση εγκληματικών πράξεων.
  • Η ποινή κατά της ελευθερίας και η φυλακή παραδειγματίζουν, αποτρέπουν το έγκλημα και σωφρονίζουν. Η χορήγηση αδειών σε ορισμένους κρατούμενους όπως και η ταχεία αποφυλάκισή τους για να ελεγχθεί το φαινόμενο του υπερπληθυσμού των φυλακών επιτρέπει σε ένα μεγάλο «εγκληματικό δυναμικό» να (επανα-)δραστηριοποιηθεί, προσβάλλοντας τα αγαθά των πολιτών.
  • Η ανεξέλεγκτη βίαιη εγκληματικότητα, η απουσία της αποδυναμωμένης αστυνομίας από τις εγκληματολογικά προβληματικές περιοχές και η υποτροπή των κρατουμένων οι οποίοι λαμβάνουν άδειες ή αποφυλακίζονται πρόωρα και χωρίς κριτήρια, πριν προλάβει η ποινή να ασκήσει την εγκληματοπροληπτική λειτουργία της, δημιουργούν στους πολίτες φόβο θυματοποίησης και εντείνουν το αίσθημα ανασφάλειας.

Η απάντηση στις αιτιάσεις που επικαλούνται γενικευμένη ανομία και συνεχόμενη διασάλευση της δημόσιας τάξης και τη λογική που υποστηρίζει τις αιτιάσεις αυτές, περιλαμβάνει:

  • την αμφισβήτηση της θέσης ότι η εγκληματικότητα και η ανομία εμφανίζονται αποκλειστικά σε συγκεκριμένους χώρους και αποδίδονται σε συγκεκριμένους κύκλους δραστών,
  • την απαρίθμηση σειράς επιτυχιών της αστυνομίας στην εξιχνίαση σοβαρών υποθέσεων κοινού και οργανωμένου εγκλήματος με ειδική αναφορά στην εξάρθρωση κυκλωμάτων διακίνησης ναρκωτικών,
  • την προβολή επιμέρους μεταρρυθμίσεων, βελτιωτικών της οργάνωσης και της λειτουργίας των αστυνομικών υπηρεσιών,
  • την παράθεση συγκριτικών στατιστικών δεδομένων που δείχνουν μείωση της εγκληματικότητας (εν προκειμένω μεταξύ του πρώτου εξαμήνου του 2016 και του αντίστοιχου εξαμήνου του 2017) και μάλιστα σε κατηγορίες εγκλημάτων που υποστηρίζεται ότι επηρεάζουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών (όπως οι ανθρωποκτονίες, οι ληστείες σε οικίες, οι αρπαγές τσαντών και οι κλοπές – διαρρήξεις οικιών και καταστημάτων) καθώς και οι υποθέσεις παράβασης πνευματικής ιδιοκτησίας, σεξουαλικής εκμετάλλευσης, αποπλανήσεων, πλαστογραφίας και απάτης.

Η συζήτηση αυτή «λησμονεί», μεταξύ άλλων, ότι:

  1. Η εγκληματικότητα δεν αναφέρεται μόνο σε πράξεις βίας, εκμετάλλευσης και εξαπάτησης με δράστες που προέρχονται από τα χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, όπως αυτοί που κατά κανόνα εντάσσονται στους κύκλους στους οποίους στρέφεται η αστυνομική δράση, που καταδικάζονται από τα δικαστήρια και αποτελούν τον πληθυσμό των φυλακών, αλλά και σε μια σειρά άλλων συμπεριφορών που προσιδιάζουν στη ζωή, τις συναλλαγές και τις δραστηριότητες των ευυπόληπτων και οικονομικά ή και πολιτικά ισχυρών. Οι τελευταίοι όμως, συνήθως δεν απασχολούν τους φορείς του τυπικού κοινωνικού ελέγχου και δεν υφίστανται τις καταλυτικές συνέπειες της ενεργοποίησής του.
  2. Η αστυνομία, που ιστορικά διαμορφώθηκε για να ελέγχει τη δυσαρέσκεια και να εμποδίζει τις κινητοποιήσεις των λαϊκών στρωμάτων, δεν είναι η πανάκεια για την πρόληψη της εγκληματικότητας καθώς οι παρεμβάσεις της αφήνουν ανεπηρέαστες τις κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους που συντελούν στην εμφάνιση του εγκληματικού φαινομένου στις συμβατικές μορφές του και δεν είναι πρόσφορες για τη διαπίστωση και τον έλεγχο των σοβαρών ζημιογόνων δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται στο πλαίσιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της αγοράς.
  3. Οι εγκληματολογικές στατιστικές γενικά και οι αστυνομικές στατιστικές ειδικότερα δεν αποτυπώνουν αξιόπιστα και αντιπροσωπευτικά την κοινωνική πραγματικότητα του εγκλήματος. Μάλλον την κατασκευάζουν, ανάλογα με τα στοιχεία που επιλέγεται κάθε φορά να τηρούνται, τον τρόπο τήρησης των στοιχείων αυτών, τις προτεραιότητες που δίδονται για την καταγραφή τους κ.λπ., πάντα με την κρίσιμη επιφύλαξη που δημιουργείται από την ύπαρξη του «σκοτεινού αριθμού», δηλαδή τα εγκλήματα που για μια σειρά από λόγους δεν καταγράφονται ποτέ σε καμιά εγκληματολογική στατιστική.
  4. Η στέρηση της ελευθερίας με τον εγκλεισμό στις φυλακές ενός μικρού ποσοστού όσων από τους κατηγορουμένους καταδικάζονται από τα ποινικά δικαστήρια, δεν έχει γίνει ποτέ δεκτό ότι «σωφρονίζει». Αντιθέτως, η φυλακή θεωρείται «σχολείο» που προάγει και ενισχύει την εγκληματικότητα. Η παραμονή σ’ αυτήν, ιδίως όταν είναι μακρόχρονη, εκτιμάται ότι έχει καταστροφικά αποτελέσματα για τη ζωή όχι μόνο των κρατουμένων, αλλά και των προσώπων που εξαρτώνται από αυτούς. Έτσι, είναι τουλάχιστον ανακόλουθο να αποκηρύσσονται με ανταποδοτική εκδικητικότητα οι θεσμοί που διευκολύνουν τη διατήρηση ή επιτρέπουν την αποκατάσταση των δεσμών των κρατουμένων με το ευρύτερο περιβάλλον και να υποστηρίζεται (ίσως και χωρίς να γίνεται αντιληπτό από τους εκφραστές αυτής της αντίληψης) ότι οι κρατούμενοι πρέπει ουσιαστικά να στερούνται της προοπτικής της εξόδου τους από τη φυλακή.
  5. Το πρόβλημα του υπερπληθυσμού των κρατουμένων είναι ένα από τα πιο σοβαρά θέματα που απασχολούν την επιστημονική κοινότητα, τις εθνικές αρχές και τους διεθνείς οργανισμούς. Η λήψη έκτακτων μέτρων που μειώνουν τον πραγματικό χρόνο έκτισης της ποινής, τα οποία τελικά παγιώνονται, είναι απολύτως απρόσφορη λύση καθώς ενεργοποιεί τιμωρητικά αντανακλαστικά και τροφοδοτεί ισχυρισμούς για την απίσχνανση της αντεγκληματικής πολιτικής, χωρίς να έχει καμιά επίδραση στους βασικούς παράγοντες που οδηγούν στην επιβολή δικονομικών μέτρων και την έκτιση κατά κανόνα μακροχρόνιων ποινών στερητικών της ελευθερίας (εγκληματοποίηση, ποινικοποίηση, απουσία εναλλακτικών κυρώσεων και μέτρων κ.λπ.). Αυτοί οι παράγοντες πρέπει να τεθούν επί τάπητος και να συζητηθούν αναλυτικά.


Η συζήτηση για την (αν-)ασφάλεια, την εγκληματικότητα και την αντεγκληματική πολιτική διεξάγεται για μια ακόμη φορά με φωνές και βάσει εντυπώσεων, χωρίς επεξεργασμένα και τεκμηριωμένα επιχειρήματα. Για να μπορεί η συζήτηση αυτή να οδηγήσει σε ένα πλαίσιο αναφοράς που θα απαντά στις προκλήσεις της εποχής και θα περιλαμβάνει τη διατύπωση μιας πρότασης που θα αντέχει στον κριτικό έλεγχο είναι αναγκαίο:

  1. Να αναδειχτούν όλες οι πτυχές και εκδοχές της εγκληματικότητας και οι διαφορετικοί συντελεστικοί παράγοντές της (από τον αποκλεισμό, την περιθωριοποίηση και την ανάγκη επιβίωσης έως την εκμετάλλευση των άλλων και την απληστία για απόκτηση πλούτου και δύναμης).
  2. Να επαναπροσδιοριστεί ο ρόλος της αστυνομίας στην κατεύθυνση ενός διαρκούς διαλόγου με το κοινωνικό σώμα για τον καθορισμό των αναγκών προστασίας εκείνων των τμημάτων του που είναι εκτεθειμένα σε προσβολές θεμελιωδών δικαιωμάτων.
  3. Να επανεξεταστεί ο τρόπος συλλογής και επεξεργασίας των στατιστικών πληροφοριών που χρησιμοποιούνται για να αποτελέσουν μέτρο σύγκρισης των τάσεων της εγκληματικότητας και που, αντί να διαφωτίσουν, συσκοτίζουν τις ούτως ή άλλως ανεπαρκείς πληροφορίες που διαθέτουμε γι’ αυτήν, αναπαράγοντας υπάρχουσες αντιλήψεις και εμποδίζοντας την αναθεώρησή τους σε αντιστοιχία με την κοινωνική πραγματικότητα.
  4. Να προωθηθούν οι θεσμοί και τα μέτρα που συμβάλλουν στην αλλαγή αντίληψης για τη μεταχείριση όλων των κρατουμένων, στην κατεύθυνση της επί ίσοις όροις επιστροφής τους στον κοινωνικό βίο μετά την έκτιση της ποινής τους και της προετοιμασίας γι’ αυτό κατά τη διάρκειά της.
  5. Να αναθεωρηθούν οι εγκληματοποιήσεις και ποινικοποιήσεις που καθιστούν την ποινική νομοθεσία κεντρικό ρυθμιστή της κοινωνικής ζωής βάσει της βλαπτικότητας των συμπεριφορών που τυποποιούνται ως εγκλήματα και με την πρόβλεψη εύλογων, αναλογικών ποινών που θα επιβάλλονται με συνεκτίμηση της κοινωνικής θέσης και κατάστασης των δραστών.

Τα ανωτέρω προϋποθέτουν ότι, έστω και μετά από αδράνεια δεκαετιών, θα θεσμοθετηθεί ένας ανεξάρτητος επιστημονικός φορέας για την επεξεργασία της αντεγκληματικής πολιτικής.

 

Το Δ.Σ. της ΕΕΜΕΚΕ

 

Δελτίο Τύπου

Αθήνα, 22 Νοεμβρίου 2017

 

Ο τραυματισμός της συναδέλφου μας Αναστασίας Τσουκαλά στα επεισόδια που ακολούθησαν για μια ακόμη φορά τις εκδηλώσεις μνήμης για το Πολυτεχνείο, λυπεί ιδιαίτερα την κοινότητα των εγκληματολόγων και τους πανεπιστημιακούς γενικότερα. Όσα συνέβησαν το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου 2017 λαμβάνουν διαστάσεις τραγικής ειρωνείας, λαμβανομένης υπόψη της συστηματικής ενασχόλησης της κ. Τσουκαλά με τον εκδημοκρατισμό της αστυνομίας και με την υπεράσπιση ανθρώπων που έχουν υποστεί προσβολές των δικαιωμάτων τους από τον μηχανισμό καταστολής. Εκφράζουμε την αμέριστη συμπαράστασή μας στη συνάδελφο και ευχόμαστε να έχει θετική έκβαση η περιπέτειά της, με ταχεία και πλήρη αποκατάσταση της υγείας της. Παράλληλα, οφείλουμε να καταδικάσουμε όχι μόνον τον δράστη ή τους δράστες της ενέργειας αυτής, αλλά και τις συνθήκες που εδώ και καιρό, για την ακρίβεια χρόνια τώρα, καλλιεργούνται ειδικά στα Εξάρχεια.


Εκτιμούμε, ότι η στάση και η βία που αναπτύσσονται με προσχηματικές αφορμές, επετειακά ή συγκυριακά, από την πλευρά ορισμένων ομάδων αυτοπροσδιοριζόμενων ή χαρακτηριζόμενων ως «αντιεξουσιαστών», που δήθεν εκφράζουν ένα χώρο στον οποίο εμφανίζονται και αλληλεπιδρούν πολλές ουσιωδώς διαφορετικές τάσεις, δεν έχει κανένα νόημα. Αντικειμενικά πρόκειται για τακτικές βαθύτατα συντηρητικές αν όχι προβοκατόρικες, χωρίς κανέναν κοινωνικό χαρακτήρα. Πρόκειται για ένα είδος βίας που δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να συσχετίσει με κάποια κοινωνική εξέγερση ή με κοινωνικά αιτήματα, πολιτική στράτευση ή ακόμα και με τη φτώχεια ή τις οξυμμένες ανισότητες. Αυτή η βία τείνει να αντιμετωπίζεται πλέον ως μια κανονικότητα, μια ατραξιόν της περιοχής που σε κάποιους διαδικτυακούς τόπους αποκαλείται «ακτιβιστικός τουρισμός». Ωστόσο, ο τρόπος που όλα αυτά συμβαίνουν, μάλλον εχθρότητα προς τα κοινωνικά κινήματα και τις ελευθερίες εκφράζει και καλλιεργεί την κοινωνική βαρβαρότητα.

 

Εκ πρώτης όψεως, το βάρος της κλιμάκωσης των συγκεκριμένων συνθηκών, φέρουν και οι δύο άμεσα εμπλεκόμενες πλευρές (ομάδες αυτοπροσδιοριζόμενων ή χαρακτηριζόμενων ως «αντιεξουσιαστών» και αστυνομία), είτε προκαλώντας είτε αντιδρώντας στις προκλήσεις. Την ουσιαστική ευθύνη, όμως, έχουν οι πολιτικές ηγεσίες, οι συντεταγμένοι πολιτικά χώροι, θεσμοί, κινήματα και άλλοι παράγοντες, που δεν έχουν μέχρι τώρα θελήσει να δώσουν μια λύση στο πρόβλημα των συστηματικών ταραχών και καταστροφών, η οποία να υπερβαίνει την επιχειρησιακή καταστολή. Αντίθετα, ως τώρα είναι ακριβώς αυτή η καταστολή που, ως αποκλειστική απάντηση στο δόγμα «βία για τη βία» που κατευθύνει τις ενέργειες ορισμένων ομάδων και σε συνδυασμό με αυτές, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο των προβλημάτων βίας αλλά και κατάχρησης εξουσίας που κατά καιρούς έχουν διαπιστωθεί.


Αυτές οι συνθήκες αποτελούν το ευρύτερο πλαίσιο της επίθεσης σε βάρος της Αναστασίας Τσουκαλά. Τα πρόσφατα γεγονότα, εκτός του ότι θα πρέπει να διαλευκανθούν, πρέπει να αποτελέσουν το έναυσμα για μια συνολική στροφή της πολιτικής για τη δημόσια τάξη, τη θεώρηση της βίας και των κοινωνικών προβλημάτων, δεδομένου ότι η άσκηση των συλλογικών δικαιωμάτων και το δικαίωμα κάθε ανθρώπου στην ασφαλή και ομαλή καθημερινότητα, δεν είναι δυνατό να τίθενται σε ομηρία από την αυθαίρετη δράση κανενός θεσμικού ή κοινωνικού, συντεταγμένου ή μη χώρου.

Παρατηρήσεις επι του στρατηγικού σχεδιασμού της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για το σωφρονιστικό σύστημα 2018-2020

 

Αθήνα, 7 Ιουλίου 2017

 

Το σχέδιο στρατηγικού́ σχεδιασμού για το Σωφρονιστικό Σύστημα για το διάστημα 2018-2020 που απέστειλε στην ΕΕΜΕΚΕ η Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με το αριθ. πρωτ. 1207/11.5.2017 έγγραφο, αντανακλά μια προσπάθεια που για πρώτη φορά γίνεται στην Ελλάδα τόσο σε ό,τι αφορά τον ίδιο τον σχεδιασμό όσο και σε ό,τι αφορά την πρόσκληση να τοποθετηθούν επ’ αυτού διάφοροι επιστημονικοί και κοινωνικοί φορείς. Από αυτήν την άποψη πρόκειται για μια επαινετέα πρωτοβουλία της ΓΓΑΠ που αντανακλά και μια στροφή προς μια σωφρονιστική πολιτική που δεν θα διαμορφώνεται ερήμην της κοινωνίας. Παρόμοιες πρωτοβουλίες θα ήταν ευπρόσδεκτες και από άλλα υπουργεία και φορείς.

Το εν λόγω στρατηγικό σχέδιο συνιστά ένα βραχυπρόθεσμο σχέδιο οργάνωσης και λειτουργίας του σωφρονιστικού συστήματος σε ορίζοντα τριετίας και επομένως, αφορά ένα συγκεκριμένο διάστημα διαχείρισης των οξύτατων προβλημάτων του τομέα αυτού, χωρίς να έχει κάποιο μακροπρόθεσμο στόχο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαρθρωτικές μεταβολές στην μεταχείριση των εγκληματιών και στην έκτιση των ποινών. Ως τέτοιο λοιπόν θα πρέπει να αξιολογηθεί. Ένας πρώτος άξονας παρατηρήσεων αφορά το πλήθος των πρωτοβουλιών που έχουν αναληφθεί από τη Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής, οι οποίες οδήγησαν σε μια σημαντική βελτίωση επιμέρους αλλά σημαντικών για τη διαβίωση των κρατουμένων συνθηκών κράτησης.

Παρόλα αυτά, στο κείμενο του σχεδιασμού παρέχονται ελάχιστα έως καθόλου στοιχεία και δεδομένα, που θα μπορούσαν να αποτυπώσουν την παρούσα κατάσταση και να καταγράψουν τις άμεσες πάγιες και μακροπρόθεσμες ανάγκες του σωφρονιστικού συστήματος, ώστε να μπορεί ο αναγνώστης του κειμένου να διαμορφώσει σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα για την τρέχουσα κατάσταση και να μπορεί να τεκμηριωθεί η αναγκαιότητα των δράσεων που αναγγέλλονται.

Ειδικότερα, είναι ανάγκη στον στρατηγικό σχεδιασμό:

  • να αποτυπωθεί αναλυτικά η πραγματική κατάσταση του σωφρονιστικού συστήματος σήμερα και η ποινική σύνθεση του πληθυσμού, όχι μόνον γενικές περιγραφές που δεν οδηγούν σε συμπεράσματα,
  • να περιγραφούν οι συνθήκες κράτησης στην ιδιαιτερότητά τους και οι συνθήκες εργασίας του προσωπικού των καταστημάτων κράτησης,
  • να ακολουθηθεί ένα σαφές δικαιοπολιτικό πρότυπο ποινικής μεταχείρισης και μεταχείρισης των κρατουμένων με βάση συγκεκριμένες αρχές και μέτρα και να προσδιορίζεται το θεσμικό πλαίσιο αναφοράς του (π.χ. Σύνταγμα, Διεθνείς Συμβάσεις κ.λπ.),
  • να προσδιοριστούν εννοιολογικά και ως προς το ειδικό περιεχόμενό τους όροι όπως «μεταχείριση», «ασφάλεια», «επανένταξη», καθώς σε κάθε ιδεολογικό πρότυπο ποινικής μεταχείρισης έχουν διαφορετικό νόημα.

Είναι ανάγκη επίσης να ληφθούν ειδικότερες πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων και αντιφάσεων του σωφρονιστικού συστήματος στην εσωτερική λειτουργία του και αυτό να προσεγγίζεται ως μέρος του ποινικοκατασταλτικού συστήματος από το οποίο τροφοδοτείται και όχι αποκομμένο από αυτό.

Σε ότι αφορά τους ειδικότερους, επιμέρους στόχους μπορούν να παρατηρηθούν τα εξής:

Από το σύνολο των στρατηγικών στόχων προκύπτει η τάση διατήρησης του σωφρονιστικού συστήματος και ιδίως της έκτισης ποινών στερητικών της ελευθερίας με πολλές βελτιώσεις, τάση που έρχεται σε αντίθεση με οποιοδήποτε πρότυπο εναλλακτικής παρέμβασης για την αντιμετώπιση του εγκλήματος προς την κατεύθυνση της απομάκρυνσης από την ιδέα της φυλακής καθώς και με τα πορίσματα της εγκληματολογικής έρευνας για τη συμβολή της φυλακής στην αναπαραγωγή του εγκλήματος.

Ως εκ τούτου και με αυτές τις προϋποθέσεις, επισημαίνεται ότι:

Όλα αυτά τα οποία περιγράφει ο στρατηγικός σχεδιασμός στους επιχειρησιακούς στόχους δεν αναφέρεται πώς θα γίνουν και σε ποιο χρονικό διάστημα, ούτε ποια είναι τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, ενώ μάλιστα κάποια από αυτά έχουν ήδη δρομολογηθεί ή και υλοποιηθεί. Εκτός αυτών, σε ό,τι αφορά τους επιμέρους στόχους, σε κάθε περίπτωση οι «επιχειρησιακοί» (όρος που δεν είναι ακριβής) στόχοι αναφέρονται πληθωριστικά, χωρίς χρονοδιαγράμματα και διαδοχική σειρά και έχουν περισσότερο τον χαρακτήρα προγραμματικών δηλώσεων παρά στοιχείων στρατηγικού σχεδιασμού. Ειδικότερα, ως προς τους στόχους αυτούς καταθέτουμε τις εξής προτάσεις:

Στόχος: 4.1 Βελτίωση των συνθηκών κράτησης – εκσυγχρονισμός υποδομών

Η χωροθέτηση των καταστημάτων κράτησης είναι ανάγκη να αποτελέσει αντικείμενο παρεμβάσεων και επαναπροσδιορισμού του ρόλου που έχουν οι ιδιαίτερες κατηγορίες αυτών, όπως είναι οι αγροτικές φυλακές. Στο πλαίσιο αυτό, εκτός από την αναβάθμιση των αγροτικών φυλακών, είναι ανάγκη να εξεταστεί η λειτουργία μικρών μονάδων φυλακών ιδίως στο πλαίσιο των μεγάλων αστικών κέντρων που θα μπορούν να είναι και κέντρα μαθητείας επαγγελμάτων που αναφέρονται στον δευτερογενή και τριτογενή τομέα και ασκούνται σε αστικό περιβάλλον. Τα μικρά καταστήματα κράτησης είναι ελέγξιμα, εκεί μπορούν να εμπεδώνονται «ανθρώπινες συνθήκες» και για τους κρατούμενους και για το προσωπικό και να εφαρμόζονται πολιτικές επανένταξης. Επίσης να ενταχθούν στον σχεδιασμό οι Κανόνες του ΟΗΕ για τη μεταχείριση των κρατουμένων (Nelson Mandela Rules) και η προσέγγιση της δυναμικής ασφάλειας που προωθεί ο ΟΗΕ.

Στόχος 4.2 Ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού - εκπαίδευση προσωπικού - διοίκηση

Είναι ανάγκη να προσδιοριστεί και εννοιολογικά η ποιοτική αναβάθμιση του προσωπικού, αλλά για μια συνολική παρέμβαση στο προσωπικό είναι ανάγκη να τροποποιηθούν οι εσωτερικοί κανονισμοί των καταστημάτων κράτησης, ώστε να μην παράγουν προβλήματα αντί για λύσεις και να γίνουν νομοτεχνικές και ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις σχετικά με καθήκοντα και υποχρεώσεις του προσωπικού, να υπάρξει ένα συνεπές, αξιόπιστο και μόνιμο σύστημα βασικής εισαγωγικής εκπαίδευσης και διαρκούς επιμόρφωσης καθώς και υπηρεσιακής εξέλιξης.

Στόχος 4.3 Μείωση του υπερπληθυσμού - εναλλακτικά μέτρα και αξιόπιστη έκτισή τους- πρόληψη και αντιμετώπιση της νεανικής παραβατικότητας

Κάθε τέτοιος στόχος οφείλει να συνδυάζεται με την εξέταση των μεταβολών της εγκληματικότητας, με τις αλλαγές στον νόμο (εγκληματοποιήσεις / ποινικοποιήσεις και απεγκληματοποιήσεις / αποποινικοποιήσεις) και με τη λειτουργία του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, παράμετροι που λείπουν εξολοκλήρου από τη λογική του στόχου 4.3. Επίσης η μείωση του υπερπληθυσμού δεν εντάσσεται σε ένα συνολικό πρότυπο αποκλιμάκωσης της επιβολής της ποινής στέρησης της ελευθερίας και άρα αντιμετωπίζεται αποσπασματικά ως συγκυριακό πρόβλημα, που ως γνωστόν λύνεται ως τώρα με επαναλαμβανόμενα έκτακτα μέτρα αποσυμφόρησης των φυλακών. Συνολικά, δημιουργείται ένα αντιφατικό πλαίσιο αναφοράς ως προς τους τρόπους με τους οποίους θα επιχειρηθεί η διατήρηση του πληθυσμού των κρατουμένων σε ένα σταθερό επίπεδο, χωρίς να υπάρχει καμιά σύνδεση με τη χρήση των δικονομικών μέτρων και των ποινών κατά της ελευθερίας βάσει της αρχής της «έσχατης επιλογής» (last resort), όπως υποδεικνύει το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Ο στόχος αυτός καθαυτός συναρτά τις δυνατότητες του σωφρονιστικού συστήματος με τον αριθμό των κρατουμένων και με αυτόν συνδέει και τον σεβασμό των δικαιωμάτων τους. Έτσι όμως υποβαθμίζει τη σημασία άλλων πτυχών της κράτησης που δίνουν ένα ουσιαστικό περιεχόμενο στη διάρκειά της, παρά το ότι αυτές αναγνωρίζονται στον στρατηγικό σχεδιασμό (επωφελής για τους κρατούμενους αξιοποίηση του χρόνου κράτησης με πρόσβαση σε θεσμούς και δραστηριότητες επανένταξης και προετοιμασία για την αποφυλάκιση).

Σε ό,τι αφορά την εγκληματικότητα ή παραβατικότητα των ανηλίκων δεν υπάρχει κανένα αναλυτικό στοιχείο για το ποια είναι και πώς θα υλοποιηθούν τα μέτρα που εξετάζονται για την πρόληψη και την αντιμετώπισή της. Επιπλέον το θέμα αντιμετωπίζεται αποσπασματικά και αποκομμένα από την ευρύτερη κοινωνία και τους φορείς της: το ζήτημα της πρόληψης οφείλει να συσχετισθεί άμεσα με τη δημιουργία δυνατοτήτων και πλαισίων που θα προσφέρονται για την εφαρμογή και των αναμορφωτικών μέτρων.

Στόχος 4.4 Προετοιμασία επανένταξης – μετασωφρονιστική μέριμνα

Είναι ανάγκη να υπάρχει πλήρης τεκμηρίωση σχετικά με το τι συμβαίνει πριν από την αποφυλάκιση, δηλαδή κατά τη μεταχείριση των κρατουμένων, και να παρέχονται στοιχεία σχετικά με τους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους οι οποίοι θα χρειαστούν για το εγχείρημα αυτό, ιδίως με τι και πόσο ειδικευμένο προσωπικό θα προωθηθεί η επανένταξη και εάν λαμβάνεται υπόψη το υψηλό ποσοστό ανεργίας στον γενικό πληθυσμό και οι κάθε είδους λοιπές παράμετροι που το επηρεάζουν. Γενικά αυτά δεν εξειδικεύονται και παραμένουν σε ένα επίπεδο αοριστίας.

Στόχος 4.5: Ασφάλεια προσωπικού και κρατουμένων - διαφάνεια - λογοδοσία

Για το ζήτημα της ασφάλειας έγινε λόγος και προηγουμένως. Είναι ανάγκη να μετατοπιστεί η ιδεολογική βάση της ασφάλειας από την ασφάλεια της φυλακής στην ασφάλεια των κρατουμένων και του προσωπικού, να συνδεθεί η ασφάλεια με τον σεβασμό των δικαιωμάτων των κρατουμένων και με την εργασιακή κατάσταση και τις συνθήκες παροχής εργασίας του προσωπικού, όπως και με την αντιμετώπιση φαινομένων διαφθοράς, οικονομικού και οργανωμένου εγκλήματος μέσα στις φυλακές, ζητήματα για τα οποία δεν γίνεται λόγος πουθενά στο στρατηγικό σχεδιασμό. Από την άποψη αυτή, είναι ανάγκη να υπάρξει αφενός κατ’ αρχήν μια αξιόπιστη αποτύπωση της κατάστασης και αφετέρου μια σαφής στοχοθεσία για τις δράσεις που θα αναληφθούν στην κατεύθυνση αυτή, αλλά και προς την κατεύθυνση της δυναμικής ασφάλειας.

Στόχος 4.6: Υπηρεσίες υγείας στις φυλακές συνεργασία με το Υπουργείο Υγείας

Παρά τις θετικές δράσεις που έχουν αναληφθεί και τη γενικά σωστή κατεύθυνση που φαίνεται ότι ακολουθεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, δεν είναι σαφές πώς συνδέεται η πολιτική μείωσης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών (θεωρούμενη εύστοχα ως θέμα δημόσιας υγείας) μέσα στη φυλακή με τις πολιτικές μείωσης της προσφοράς στο ίδιο πλαίσιο: δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για πολιτικές μείωσης της προσφοράς ψυχοτρόπων ουσιών.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο

Η Πρόεδρος                                           Ο Γραμματέας

Καθηγήτρια Σοφία Βιδάλη           Επίκ. Καθηγητής Νικόλαος Κουλούρης

Η παραβίαση των δικαιωμάτων του παιδιού στο όνομα της προστασίας τους

Δελτίο Τύπου, 9 Ιανουαρίου 2017

 

Το ΔΣ της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης του Εγκλήματος και του Κοινωνικού Ελέγχου (EEMEKE) με αφορμή το πλήθος δημοσιευμάτων και αντιπαραθέσεων που προκάλεσε η υπόθεση προστασίας ανήλικου παιδιού συλληφθείσας και ήδη κρατούμενης μητέρας, επισημαίνει ότι:

α) Η μεταχείριση παιδιών που για διάφορους λόγους στερούνται την επιμέλεια των γονέων τους (συμπεριλαμβανομένων και των παιδιών κρατουμένων) και τα οποία πρέπει να τεθούν υπό προσωρινή προστασία μέχρι την οριστική απόφαση του δικαστηρίου ανηλίκων, πρέπει να απασχολεί το δημόσιο λόγο με σοβαρότητα, με μέτρο και με άξονα το συμφέρον των παιδιών.

β) Η ευαισθησία και το ενδιαφέρον για τα παιδιά δεν μπορεί να εκδηλώνονται επιλεκτικά και πρόσκαιρα, με αφορμή υποθέσεις ευρείας δημοσιότητας, ανάλογα με τις ιδιότητες των εμπλεκόμενων ενηλίκων. Έτσι, δεν βοηθάμε τα παιδιά να διαχειριστούν τη με τραυματικό και βίαιο τρόπο μεταβολή των όρων ζωής τους· αντίθετα, συμβάλουμε στην πλήρη παραβίαση της ιδιωτικότητάς τους, στο στιγματισμό και την περιθωριοποίησή τους. Πρέπει να γίνει κάποτε κατανοητό ότι κάθε δημόσια συζήτηση για τους ανήλικους (θύτες ή θύματα) και την οικογένειά τους οφείλει να σέβεται και να προστατεύει τον ανήλικο άνθρωπο. Μια πολιτισμένη κοινωνία, που λαμβάνει πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του παιδιού, δεν καθιστά τον εξ ορισμού ευάλωτο ανήλικο βορά στο αδιάκριτο βλέμμα των πάντων, δε μετατρέπει την ιστορία του σε δίαυλο πολιτικών ή άλλων επιδιώξεων, δεν «πουλάει» με όρους αγοραίους τον πόνο, δεν στιγματίζει και δεν επαναθυματοποιεί με τον χειρότερο δυνατό τρόπο.

γ) Αντίθετα, μια δικαιοκρατούμενη πολιτεία και μία πολιτισμένη κοινωνία οφείλουν να ασχολούνται συνεχώς με το σύστημα παιδικής προστασίας που η κρίση έχει επιδεινώσει και με τα δικαιώματα των παιδιών, ανεξάρτητα του ποιοι είναι οι ανήλικοι ή τι έκαναν. Δικαιώματα προστασίας και διαβίωσης σε περιβάλλον στο οποίο προάγονται τα συμφέροντά τους και ικανοποιούνται οι ανάγκες τους έχουν ΟΛΑ τα παιδιά, μεταξύ αυτών και τα παιδιά που ζουν σε κατάσταση οιονεί παρανομίας, λόγω της σύγκρουσης των γονέων τους με την έννομη τάξη και των συνεπειών της, που βιώνουν στην ιδιαίτερα ευαίσθητη ηλικία τους. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ότι τα παιδιά των κρατουμένων γονέων ανήκουν στην κατηγορία των «αγνοούμενων» ή διαφορετικά «αόρατων» ανηλίκων η τύχη των οποίων, οι όροι διαβίωσής τους και οι τυχόν δυσκολίες τους δεν απασχόλησαν ποτέ κανέναν. Επομένως, αντί της επιλεκτικής στοχοποίησης κάποιων παιδιών με την υποκριτική επίκληση της προστασίας των δικαιωμάτων τους, θα ήταν εντιμότερο να αρχίσει μια συζήτηση για τις τεράστιες και ευρύτερες διαστάσεις του φαινομένου για τα χιλιάδες αυτά παιδιά.

δ) Τονίζουμε ότι η διαδικασία που ακολουθείται για ΟΛΑ τα παιδιά των οποίων η γονική επιμέλεια πρέπει να ρυθμιστεί άμεσα και προσωρινά είναι άκρως προβληματική. Με την κατάρρευση των προνοιακών δομών κατά την περίοδο της κρίσης, η Εισαγγελία Ανηλίκων επιλέγει την προσωρινή φιλοξενία των παιδιών αυτών σε νοσοκομειακή μονάδα. Ακολουθεί εισαγγελική εντολή για διενέργεια κοινωνικής έρευνας, προκειμένου να βρεθεί το κατάλληλο πρόσωπο ή περιβάλλον, στο οποίο θα ανατεθεί η πραγματική φροντίδα και η ολική ή μερική επιμέλεια των παιδιών. Οι Εισαγγελίες Ανηλίκων δεν είναι στελεχωμένες με κατάλληλο προσωπικό, ούτε συνεπικουρούνται από άλλους επαγγελματίες, με συνέπεια η μεν διαδικασία να καθυστερεί, η δε φιλοξενία των παιδιών σε ένα νοσοκομείο να διαρκεί πολλούς μήνες με τραγική πολλές φορές κατάληξη.

Αν λοιπόν το όψιμο, γνήσιο ή μη, ενδιαφέρον μας εξαντληθεί σε μια μεμονωμένη περίπτωση, συζητώντας με όρους νίκης ή ήττας, όσον αφορά την επίτευξη συγκεκριμένου στόχου, θα συμβάλουμε για μια ακόμη φορά στη συσκότιση και αναπαραγωγή του προβλήματος.

Ας δούμε όλοι, τουλάχιστον από εδώ και μετά, το θέμα με προσήλωση στα δικαιώματα των παιδιών και όχι στις σκοπιμότητες της μιας ή της άλλης πλευράς. Δυστυχώς τις περισσότερες φορές, παρά τις επιταγές της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Παιδιού, η γνώμη των παιδιών δεν ακούγεται. Προλαβαίνουν και την καταπνίγουν οι φωνές των ενηλίκων, που αναλαμβάνουν να προστατέψουν το συμφέρον τους παραβιάζοντάς το τελικά, κυρίως με την άκρατη και ανελέητη δημοσιοποίηση του προσωπικού δράματος. Τι θα μας έλεγαν άραγε τα ίδια τα παιδιά αν τα αφήναμε να μας μιλήσουν;

 Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΕΜΕΚΕ

ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΕΕΜΕΚΕ 3o Εργαστήριο: «Σκοποί της ποινής, ποινική μεταχείριση και κοινωνική επανένταξη: Για μια σύγχρονη κριτική στάση της Εγκληματολογίας απέναντι στο ποινικό ζήτημα»

Συντονιστές / Εισηγητές: Ό. Θεμελή, Ν. Κουλούρης, Γ. Νικολόπουλος.

Προσκεκλημένοι εισηγητές: Μ. Αναγνωστάκη, Ε. Βελέντζα, Σ. Γιοβάνογλου, Ά. Κασάπογλου, Δ. Κόρος, Φ. Μηλιώνη, Σ. Σπυρέα. 

Ημερομηνίες διεξαγωγής: Παρασκευή 1 Απριλίου 2016, ώρες 15.00΄ - 19.00΄,  ΔΣΑ, Ακαδημίας 60 και Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016, ώρα 18.00, Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ Γρυπάρειο Μέγαρο, Σοφοκλέους και Αριστείδου, Αθήνα.

Η κριτική εγκληματολογική προσέγγιση της ποινικής καταστολής τοποθετείται πέρα από το «νομικό συλλογισμό» (D. Melossi), που αποτελεί προνομιακό πλαίσιο ανάλυσης της παραδοσιακής ποινολογίας, αποκαλύπτοντας ότι η διάσταση ανάμεσα στους διακηρυγμένους στόχους και τα πραγματικά αποτελέσματα της ποινικής μεταχείρισης εξυπηρετεί, εντέλει, την πολιτική χρησιμότητα της «αποτυχίας της φυλακής» (M. Foucault) και τη διασπορά του κοινωνικού ελέγχου (S. Cohen). Στο εξής, το ενδιαφέρον της ανάλυσης στρέφεται στην πραγματική χρήση και λειτουργία της ποινής στις ποικίλες, ιδρυματικές και εξωιδρυματικές μορφές της, όπως διαμορφώνεται σε ιστορικά καθορισμένες συνθήκες οργάνωσης των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων.

Σ’ αυτή την προοπτική αμφισβητούνται οι νομιμοποιητικές ρητορικές της ποινικής καταστολής και επιχειρείται να δειχθεί ότι «οι ποινικές πρακτικές συνιστούν ένα ιδιαίτερο θεσμικό πεδίο (“institutional site”), που συμπυκνώνει και αναπαράγει - με τους δικούς του όρους - μια ολόκληρη σειρά κοινωνικών σχέσεων», οι οποίες «δεν ασκούν, απλώς, «επιρροή» ή «διαμόρφωση» ή «πίεση» στις ποινικές πρακτικές αλλά λειτουργούν μέσα απ’ αυτές και εγγράφονται υλικά μέσα σ’ αυτές» (D.Garland & P.Young).

Απ’ αυτή την άποψη, το πρόταγμα της κοινωνικής επανένταξης των κρατουμένων και, ευρύτερα, της μεταχείρισης των προσώπων που τελούν υπό ποινικό έλεγχο εντός ή εκτός χώρων εγκλεισμού, καθίσταται κεντρικό μέγεθος της ποινολογικής ανάλυσης - αφού προβάλλεται άλλοτε ως ζητούμενο και άλλοτε ως άλλοθι της ποινικής μεταχείρισης - ενώ οι άτυπες και τυπικές συνέπειες της εξόδου από το ποινικό σύστημα (ιδρυματισμός, στιγματισμός, δικαστικές εκκρεμότητες) αναδεικνύουν όλη την αντιφατικότητα που εμπεριέχεται μέσα στην ίδια τη λογική της ποινικής καταστολής και ειδικά της επανένταξης των αποφυλακισμένων ως ισότιμων πολιτών μιας δημοκρατικής πολιτείας.

Το εργαστήριο θα επιχειρήσει να περιηγηθεί στο δαιδαλώδες περιβάλλον των ποινικών πρακτικών, αναδεικνύοντας την «επιχειρησιακή λειτουργία» («operative function») που επιτελούν, τα «στρατηγικά αποτελέσματα» («strategic effects») που παράγουν (ιδίως σε σχέση με τη δημιουργία «κοινωνικών αναπαραστάσεων»), καθώς και τις προϋποθέσεις εκείνες που επιτρέπουν να υπερισχύει ένας συγκεκριμένος τύπος γνώσης παραμερίζοντας άλλους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται η εκπόνηση τόσο ενός προγραμματικού λόγου όσο και ενός σχεδίου δράσης στο ποινικό πεδίο, συνδυάζοντας τη θεωρητική ανάλυση, την εμπειρική έρευνα και την κοινωνική πρακτική.

Ενδεικτικά, τα επιμέρους ζητήματα που θα απασχολήσουν συντονιστές και εισηγητές είναι:

- Πρότυπα αντεγκληματικής πολιτικής και σκοποί της ποινής. Η συμβατική θεώρηση και η αναθεωρητική κριτική. Ωφελιμισμός, ουδετερότητα και «επιτυχής αποτυχία» του ποινικού κολασμού. Από την παραγωγή πειθαρχημένων ανθρώπων ή κοινωνικών απορριμμάτων στην κοινωνική επανένταξη ισότιμων πολιτών και αντιστρόφως.

- Η ποινικοσωφρονιστική μεταρρύθμιση. Από την αρχή της «αποστροφής του δυσμενέστερου» (less eligibility) στην αρχή της «ομαλοποίησης» (normalization) των καθεστώτων κράτησης και του ποινικού ελέγχου. Τα δεινά του εγκλεισμού, η θέσπιση θεμελιωδών κανόνων ιδρυματικής και εξωιδρυματικής μεταχείρισης του ποινικά ελεγχόμενου πληθυσμού, η σύγκλιση των συνθηκών κράτησης με τις συνθήκες διαβίωσης σε ελευθερία και οι εναλλακτικές / μη φυλακτικές κυρώσεις.

 

Ε.Ε.Μ.Ε.Κ.Ε.

Εγκληματολόγοι για την Κριτική Εγκληματολογία,

την Κοινωνική Δικαιοσύνη, την Αποκαταστατική Δικαιοσύνη,

τα Ανθρώπινα Δικαιώματα

 

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: grsscsc@gmail.com

Σοφοκλέους 5, 10559, Αθήνα