Συνοπτική παρουσίαση, σκοπός και επιστημολογικοί προσανατολισμοί

Η προϊστορία της Εταιρείας

Η Ελληνική Εταιρεία Μελέτης του Εγκλήµατος και του Κοινωνικού Ελέγχου (ΕΕΜΕΚΕ) ιδρύθηκε την άνοιξη του 2015. Η σύστασή της αποτελεί την κατάληξη µιας πολυετούς συζήτησης που άρχισε από τη δεκαετία του 1990 µεταξύ νέων τότε εγκληµατολόγων. Κατά την τελευταία διετία η συζήτηση αναθερµάνθηκε µεταξύ µιας οµάδας πανεπιστηµιακών πλέον εγκληµατολόγων, µε αντικείµενο τις συνέπειες της κρίσης στο εγκληµατικό ζήτηµα και το ρόλο της Εγκληµατολογίας. Το σκεπτικό που κυριάρχησε είναι ότι η επιδεινούµενη κρίση στη χώρα µας καθιστά αναγκαία την άρθρωση ενός κριτικού Λόγου για το έγκληµα, τον κοινωνικό έλεγχο γενικότερα και το ποινικό φαινόµενο ειδικότερα. Αυτός ο κριτικός Λόγος οφείλει να είναι τεκµηριωµένος, να λαµβάνει υπόψη τα δεδοµένα της εποχής και τα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας, να συνδέει τη θεωρία µε την πραγµατικότητα, να διανοίγει πεδία έρευνας, που έως σήµερα παραµένουν άγνωστα, προσεγγίζονται επιφανειακά ή δεν γίνονται αποδεκτά από την παραδοσιακή Εγκληµατολογία στην Ελλάδα, να φωτίζει από µια Κριτική επιστηµολογική οπτική τις διάφορες πτυχές του εγκληµατικού ζητήµατος.

Κοινή παραδοχή στην εν λόγω συζήτηση ήταν ότι οι εγκληµατολόγοι οφείλουν να παρεµβαίνουν δηµόσια για ζητήµατα που άπτονται του αντικειµένου τους και συναρτώνται µε τις αντίστοιχες δηµόσιες πολιτικές. Επίσης, ότι οφείλουν να είναι ενεργοί για να προσεγγίζουν ερευνητικά και συγγραφικά τη νέα κατάσταση, που η παρούσα δύσκολη συγκυρία διαµορφώνει. Συνεκτιµήθηκε επιπλέον το γεγονός, ότι ένας σηµαντικός αριθµός νέων εγκληµατολόγων, µε υψηλή επιστηµονική εξειδίκευση, που δεν συνδέεται απαραίτητα µε τις απαιτήσεις της αγοράς, ασφυκτιά και οδηγείται στην αδράνεια, µη έχοντας ένα βήµα που να του παρέχει τη δυνατότητα να εκφραστεί και να προβληµατιστεί, να συµµετέχει σε επιστηµονικές διαδικασίες και να αναλαµβάνει πρωτοβουλίες, ανεξάρτητα από την κατοχή κάποιας ακαδηµαϊκής ή αντίστοιχης θέσης. Η σύσταση της Εταιρείας σηµατοδοτεί έτσι την έναρξη µιας πορείας στα δρώµενα των εγκληµατολογικών επιστηµών.

Σκοποί της Εταιρείας

Η ΕΕΜΕΚΕ έχει σκοπό την προαγωγή της θεωρίας και της έρευνας στην Εγκληµατολογία, τη Σωφρονιστική, τη Θυµατολογία, την Αστυνοµική, την Εγκληµατολογική Ψυχολογία και τα συναφή µε αυτές πεδία της Αντεγκληµατικής Πολιτικής όπως και πεδία της που συνδέονται µε το ∆ίκαιο (∆ίκαιο Ανηλίκων, Σωφρονιστικό ∆ίκαιο, Αστυνοµικό ∆ίκαιο) και εκτείνονται σε επιµέρους, εξειδικευµένα πεδία του Ποινικού και του ∆ηµοσίου ∆ικαίου. Η σύγχρονη Κριτική Προσέγγιση οδηγεί σε ένα διάλογο για την Πολιτική Οικονοµία του εγκληµατικού ζητήµατος που σηµατοδοτεί τις θεωρητικές και ερευνητικές κατευθύνσεις και συναρτάται µε όλο το φάσµα των Κοινωνικών Επιστηµών, υπό το πρίσµα της Κοινωνικής ∆ικαιοσύνης και της Αποκαταστατικής ∆ικαιοσύνης, µε έµφαση στην κατοχύρωση και την προστασία των ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου.

Ειδικοτερα σκοποί της Εταιρείας, σύµφωνα µε το καταστατικό της είναι:

  • η επεξεργασία και η ανάπτυξη θεωρητικών προτύπων, έρευνας και προτάσεων για την αντιµετώπιση του εγκλήµατος και τη λειτουργία του ποινικοκατασταλτικού συστήµατος,
  • η ανάπτυξη επιστηµονικών συνεργασιών µε άλλους επιστηµονικούς κλάδους, µε επιστηµονικούς φορείς του ίδιου ή άλλων κλάδων, όπως και µε εκπαιδευτικά και ερευνητικά ιδρύµατα του δηµόσιου και ιδιωτικού τοµέα, µε διεθνείς, ευρωπαϊκές και εθνικές Αρχές,
  • η διασύνδεση µε την κοινότητα, την τοπική κοινωνία, τα κοινωνικά κινήµατα, τις µη κυβερνητικές οργανώσεις και νοµικά πρόσωπα δηµοσίου και ιδιωτικού δικαίου που έχουν συναφείς σκοπούς ή αναπτύσσουν πολιτικές στα πεδία ενδιαφέροντος της Εταιρείας,
  • η επεξεργασία µεθόδων διδασκαλίας και εκπαίδευσης φοιτητών ΑΕΙ και επαγγελµατιών σε θέµατα σχετικά µε τις Εγκληµατολογικές Επιστήµες και
  • η ανάπτυξη παρεµβάσεων που έχουν στόχο την ευαισθητοποίηση και ενηµέρωση του πληθυσµού και την αλλαγή των δηµόσιων πολιτικών.

Προτεραιότητες και πλαίσιο προβληµατισµού της Εταιρείας

Στο πλαίσιο που µόλις περιγράφηκε, αποτελεί προτεραιότητα για την Εταιρεία η άρθρωση παρεµβατικού λόγου και η διατύπωση θέσεων και κατευθύνσεων πολιτικής για ζητήµατα εγκληµατικότητας και τυπικού και άτυπου κοινωνικού ελέγχου, είτε βρίσκονται στο προσκήνιο της δηµόσιας ζωής είτε µένουν στην αφάνεια. Οι θέσεις αυτές οφείλουν να αναζητούν τη σχέση της ελληνικής κοινωνίας και των επιµέρους κοινωνικών στρωµάτων και οµάδων µε τους θεσµούς πρόληψης και καταστολής του εγκλήµατος, να αναδεικνύουν τις κοινωνικοπολιτικές παραµέτρους που τη διαµορφώνουν και τους παράγοντες που επιδρούν στο µέγεθος και στη λειτουργία του ίδιου του ποινικοκατασταλτικού συστήµατος.

Η Εταιρεία προκρίνει µια ιστορικά προσδιορισµένη, αξιολογικά προσηµασµένη, συνολική, τεκµηριωµένη και σχεδιασµένη πραγµάτευση του εγκληµατικού ζητήµατος, όπως διαµορφώνεται µέσα από το πολιτικό, κοινωνικό και οικονοµικό περιβάλλον που το καθορίζει: την κυριαρχία της ελεύθερης αγοράς, την αγιοποίηση της τεχνολογίας και το µη παρεµβατικό κράτος, που αποτελούν κεντρικούς ιδεολογικούς άξονες του σύγχρονου νεοφιλελευθερισµού, των πολιτικών που αναπτύσσονται στο πλαίσιό του και τις συνέπειές τους (νέες σχέσεις εξουσίας, απορρύθµιση της οικονοµίας, οικονοµική ασυδοσία και θεσµική ασυλία των ισχυρών, επίδειξη ποινικοκατασταλτικής πυγµής για τους φτωχούς, έξαρση των ανισοτήτων και της ανασφάλειας).

Στο πλαίσιο αυτό οι πιέσεις που ασκούνται στην κοινωνία και στο ίδιο το ποινικοκατασταλτικό σύστηµα από την αποδόµηση των «σταθερών» της νεωτερικής εποχής και των δηµοκρατικών κατακτήσεων, επαναφέρει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τη συζήτηση για την ποινική εξουσία και ειδικά, για τους όρους θέσπισης κανόνων και για τους όρους συµµόρφωσης µε αυτούς, για τις συνθήκες υπό τις οποίες διαµορφώνονται οι νέες «αντικανονικότητες» και το περιεχόµενό τους, για τη διαχείριση και διευθέτηση των νέων κοινωνικών συγκρούσεων και συνολικά τις συνέπειες που έχει η κατάρρευση της νεωτερικότητας για το ∆ηµοκρατικό Κράτος ∆ικαίου και τις κοινωνικές σχέσεις.

Η θέση των Εγκληµατολογικών Επιστηµών και των Εγκληµατολόγων στην παρούσα συγκυρία : πεδία έρευνας και ερωτήµατα

Η προκλητική αυτή συγκυρία θέτει επιτακτικά για τους εγκληµατολόγους ερωτήµατα, µε τα οποία η Εταιρεία θα ασχοληθεί, από την επιστηµολογική οπτική που προαναφέρθηκε (Κριτική Εγκληµατολογία, Ποινικός Εγγυητισµός, Κοινωνική ∆ικαιοσύνη, Αποκαταστατική ∆ικαιοσύνη), µε ερωτήµατα που αφορούν τη σχέση των διαφορετικών επιστηµονικών παραδειγµάτων της εγκληµατογένεσης και της εγκληµατοποίησης, τη θέση των εγκληµατολογικών επιστηµών και το ρόλο των εγκληµατολόγων στη νέα κοινωνική πραγµατικότητα: «ποιες είναι οι συντεταγµένες των εγκληµατολογικών επιστηµών στην Ελλάδα τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, ποια είναι η συµβολή τους στην αναζήτηση διεξόδων, από το ρευστό και αβέβαιο περιβάλλον στο πλαίσιο της παρούσας πολυεπίπεδης και σύνθετης κρίσης;».

Από αυτήν την άποψη, τίθεται ως κεντρικό ζήτηµα προς διερεύνηση ο κοινωνικός ρόλος των εγκληµατολόγων και του επιστηµονικού δυναµικού που καλλιεργεί τις συναφείς επιστήµες, δηλαδή η σχέση τους µε τα κέντρα λήψης αποφάσεων και σχεδιασµού αντεγκληµατικής πολιτικής, αλλά και µε τις κοινωνικές οµάδες που βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των µηχανισµών τυπικού και άτυπου κοινωνικού ελέγχου.

Σύµφωνα µε τα προαναφερθέντα, ο εγκληµατολογικός προβληµατισµός της Εταιρείας θα επεκταθεί:

  • στην έρευνα των κοινωνικών και πολιτικών δοµών, υπερβαίνοντας τις προσεγγίσεις που επικεντρώνουν τις ερευνητικές ανησυχίες τους για το εγκληµατικό και ποινικό φαινόµενο σε ζητήµατα ατοµικής και κοινωνικής παθολογίας ή υποβαθµίζουν το πρόβληµα σε ένα διαχειριστικό τεχνικό ζήτηµα
  • στη µελέτη της σχέσης ανάµεσα στη διαδικασία παραγωγής, αναπαραγωγής και άνισης κατανοµής πλούτου και εξουσίας και στις εγκληµατοποιήσεις, τις κανονικοποιήσεις του εξαιρετικού, την σύγχυση και κατάλυση των ορίων επιτρεπόµενου–απαγορευόµενου και τη διεύρυνση της ποινικότητας.
  • στη µελέτη των συνεπειών που η άνιση κατανοµή πλούτου και εξουσίας έχουν µεταξύ άλλων για
  1. τη µεγέθυνση της επιλεκτικής λειτουργίας του ποινικοκατασταλτικού συστήµατος,
  2. τη διεύρυνση των αρνητικών διακρίσεων και της κοινωνικής βλάβης
  3. τις ενδο- και διαταξικές κοινωνικές σχέσεις,
  4. τον επαναπροσδιορισµό της σχέσης δηµόσιου και ιδιωτικού τοµέα αλλά και δηµόσιου και ιδιωτικού χώρου (παρακολουθούµενων ή «άβατων») µε επιχειρηµατικά κριτήρια.
  • στην επεξεργασία των προτάσεων πολιτικής µε άξονα τις βασικές αρχές του ποινικού εγγυητισµού, της ελάχιστης ποινικής παρέµβασης, της αποκαταστατικής δικαιοσύνης και της προστασίας των δικαιωµάτων του ανθρώπου.

Η ΕΕΜΕΚΕ θα αναπτύσσει τις εργασίες της µέσα από Εργαστήρια, Επιστηµονικές Οµάδες Εργασίας και το Συνέδριό της. Ο προγραµµατισµός των εργασιών και προσκλήσεις για εγγραφή νέων µελών θα δηµοσιοποιηθούν το επόµενο Φθινόπωρο.

Η σύνθεση των µελών

Σήµερα, µέλη της ΕΕΜΕΚΕ είναι πανεπιστηµιακοί εγκληµατολόγοι, µέλη των ελληνικών ΑΕΙ (κεντρικών και περιφερειακών) και ΑΕΙ της αλλοδαπής, επαγγελµατίες του χώρου της ποινικής καταστολής, της πρόληψης και της εξωποινικής παρέµβασης, νέοι επιστήµονες (εγκληµατολόγοι και ποινικολόγοι, νοµικοί ειδικοί στα ανθρώπινα δικαιώµατα) διδάκτορες ή απόφοιτοι προγραµµάτων µεταπτυχιακών σπουδών των σχετικών επιστηµών.

 

(Από το πρώτο τεύχος του ενημερωτικού μας δελτίου Εγκληματολόγοι)