Εξουσίες, επιστηµονική ουδετερότητα και εγκληµατολογικός λόγος

Ένας χρόνος από την ίδρυση της ΕΕΜΕΚΕ

50 χρόνια H. Becker ‘Whose side are we on?’

 

“...Να έχουµε αξίες ή όχι; το ερώτηµα είναι πάντα µαζί µας. Οταν οι κοινωνιολόγοι επιχειρούν να µελετήσουν προβλήµατα που έχουν σηµασία για τον κόσµο που ζούµε, βρίσκονται µπροστά σε ένα σταυροδόµι. Μερικοί τους ωθούν να µην παίρνουν θέση να είναι ουδέτεροι και να κάνουν έρευνα τεχνικά σωστή και χωρίς αναγωγές σε αξίες. Άλλοι τους λένε ότι η δουλειά τους είναι επιφανειακή και άχρηστη εάν δεν εκφράζει µια βαθιά προσήλωση σε αξιακές θέσεις.

«Αυτό το δίληµµα, το οποίο φαίνεται τόσο οδυνηρό σε πολλούς, στην πραγµατικότητα δεν υπάρχει, και κατά ένα σκέλος του είναι φανταστικό. Για να υπάρχει ένα τέτοιο δίληµµα, πρέπει να υποθέσουµε, όπως κάνουν ορισµένοι φαινοµενικά, ότι είναι όντως δυνατόν να κάνουµε έρευνα που είναι ανεπηρέαστη από προσωπικές και πολιτικές συµπάθειες. Η γνώµη µου είναι πως αυτό δεν είναι δυνατόν και συνεπώς το ερώτηµα δεν είναι εαν θα πρέπει να παίρνουµε θέση, δεδοµένου ότι αναπόφευκτα γίνεται αυτό, αλλά µάλλον ποια θέση παίρνουµε, δηλαδή, µε ποιανού το µέρος βρισκόµαστε...».

Με αυτές τις σκέψεις o Howard Becker ανήγγειλε το καλοκαίρι του 1966 από το βήµα του Συνεδρίου της Αµερικανικής Εταιρείας για τη Μελέτη των Κοινωνικών Προβληµάτων την έλευση µιας τοµής στην εξέλιξη της σύγχρονης κοινωνιολογικής σκέψης και πράξης. Παίρνοντας ανοιχτά θέση απέναντι στην κυρίαρχη τότε αντίληψη πως η επιστηµονική ουδετερότητα θα πρέπει να είναι κεντρικό χαρακτηριστικό της µελέτης των κοινωνικών προβληµάτων, η οµιλία του Becker δεν εγκαινίασε µόνο µια εποχή ριζικής θεωρητικής και µεθοδολογικής ανανέωσης της κοινωνιολογικής σκέψης. Ακόµη περισσότερο, έφερε τους κοινωνικούς επιστήµονες, ιδίως εκείνους που, όπως και ο ίδιος ο Becker, έχουν στο κέντρο των ενδιαφερόντων τους τα φαινόµενα της παρέκκλισης, της παραβατικότητας και του κοινωνικού ελέγχου, αντιµέτωπους µε τον αναπόφευκτα πολιτικό χαρακτήρα της πρακτικής τους.

Σήµερα, πενήντα χρόνια µετά, το ρεύµα της κριτικής κοινωνιολογικής σκέψης εχει καταστήσει σαφές πως η επιστηµονική ουδετερότητα αποτελεί ένα εργαλείο µε βάση το οποίο συγκροτήθηκαν «καθεστώτα» επιλεκτικής γνώσης και εξουσίες επί της γνώσης, εντός και εκτός ακαδηµαϊκού χώρου και άλλες, κυρίως συναρτηµένες µε το ποινικοκατασταλτικό σύστηµα και την επιλεκτική λειτουργία του. Γνωρίζουµε πια πως η επιστηµονική ουδετερότητα, πέρα από τις στοχεύσεις των υποστηρικτών της, χρησιµοποιήθηκε και για να διαπραχθούν οι µεγαλύτερες παραβιάσεις δικαιωµάτων.

Εν τούτοις η άποψη του Becker πως η επιστηµονική ουδετερότητα είναι ένα ψευδοδίληµµα πολύ απέχει από το να είναι γενικότερα αποδεκτή. Η αντίληψη περί επιστηµονικής ουδετερότητας προσδιορίζει ακόµη και σήµερα τον επίσηµο επιστηµονικό λόγο µέσα στο πανεπιστήµιο. Μάλιστα δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί πως αυτός ο λόγος περί επιστηµονικής ουδετερότητας, άρα αντικειµενικότητας και αυταπόδεικτης «επιστηµονικής» αλήθειας, έχει συµβάλει σε πολλές περιπτώσεις στο να θεωρείται παρείσακτη και περιττή κάθε πολιτική αξία που κάνει κατανοητή τη σχέση θεσµών, ποινικού φαινοµένου και κοινωνίας.

Η εξαιρετική αντοχή αυτού του λόγου είναι ένα πραγµατικό γεγονός, και εγείρει µια σειρά θεµελιωδών ερωτηµάτων, ιδίως στη χώρα µας. Πως αυτή η διαδικασία απόκτησης «κύρους» επικράτησε στην Ελλάδα και στα υποσυστήµατα τυπικού και άτυπου κοινωνικού ελέγχου; Και πως αυτός ο ουδέτερος επιστηµονικός λόγος επιδρά στην ίδια την πρόσληψη του εγκληµατικού φαινοµένου και την ίδια τη λειτουργία του ποινικοκατασταλτικού συστήµατος; Που χρησιµεύει; Τι αναπαράγει; Πως αποτυπώνεται; Και αν η Επιστήµη της Εγκληµατολογίας είναι, όπως και άλλες κοινωνικές επιστήµες, αποστειρωµένη από κοινωνικές και πολιτικές επιδράσεις, τότε πως εξηγείται ότι οι κυρίαρχες απόψεις που επικράτησαν στον κλάδο βρίσκονταν πάντα σε συνάρτηση µε τα κοινωνικά προβλήµατα και από την οπτική της κυρίαρχης πολιτικής βούλησης της εκάστοτε ιστορικής συγκυρίας;

Σε αυτά τα ερωτήµατα οφείλει κάποιος να προσθέσει την παρατήρηση πως σήµερα πενήντα χρόνια µετά την οµιλία του Becker τον Αύγουστο του 1966, τα ίδια αυτά προβλήµατα και διλήµµατα παραµένουν επίκαιρα και επίµονα στο πλαίσιο µιας ριζικά διαφορετικής θεωρητικής συγκυρίας. Σε διεθνές επίπεδο, υπάρχουν πολλές ενδείξεις πως η επιρροή του εγκληµατολογικού λόγου στην κατάστρωση της αντεγκληµατικής πολιτικής είναι φθίνουσα, και κατα συνέπεια µειώνεται και η ουσιαστική συµβολή του λόγου αυτού σε σχέση µε τα ίδια τα προβλήµατα και την πράξη της αντεγκληµατικής πολιτικής. Παρά το ότι η εγκληµατολογική έρευνα βρίσκεται στο ανώτατο επίπεδο ανάπτυξης της ιστορίας της, περιορίζεται σε ένα διαχειριστικού τύπου λόγο, ο οποίος καλείται να αντιµετωπίσει τα προβλήµατα του εγκλήµατος και της λειτουργίας των κατασταλτικών µηχανισµών ως τεχνικού τύπου ζητήµατα, στα οποία πρέπει να δίνονται τεχνοκρατικού τύπου λύσεις.

Κατά συνέπεια, τα προβλήµατα αυτά πρέπει σήµερα να τεθούν στο επίκεντρο των στοχασµών και του επιστηµονικού µας διαλόγου όχι για να προστεθεί ένας ακόµη στείρος και αδιέξοδος προβληµατισµός για το µέλλον της εγκληµατολογίας, αλλά για να προσπαθήσουµε να πάρουµε τα πράγµατα «από την αρχή» σε µια εποχή ρευστότητας και αβεβαιότητας: τώρα που πολλά όρια και κανόνες έχουν καταρρεύσει και επαναπροσδιορίζονται µε βάση άλλες αξίες από αυτές που ο ∆ιαφωτισµός, η Νεωτερικότητα, ο παραδοσιακός Θετικισµός αλλά και η Κριτική Σκέψη είχαν ορίσει.

Σήµερα η σχέση νοµιµότητας-παρανοµίας είναι ρευστή όσο ποτέ και επαναπροσδιόριζεται µε κριτήρια σκοπιµότητας, και πάντως όχι στην προοπτική ενός νέου οράµατος κοινωνικής ανάπτυξης. Αναµφίβολα οι διακηρύξεις περί ανθρωπίνων δικαιωµάτων και σεβασµού της ελευθερίας έχουν κατοχυρωθεί θεσµικά σε παγκόσµιο επίπεδο όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν. Αλλά συχνά µοιάζουν κείµενα που δεν µπορούν να δεσµεύσουν κανέναν για την εφαρµογή τους. Το ποινικοκατασταλτικό σύστηµα γίνεται όλο και περισσότερο ένας θεσµός αποστασιοποιήµενος από το «δίκαιο» της κοινωνικής πραγµατικότητας, που στοχεύει σε µια νοµιµότητα συχνά µη νοµιµοποιηµένη κοινωνικά ή ακόµα και οριακά νόµιµη, µε βάση ακόµα και τους ίδιους τους κανόνες που διέπουν τα συστήµατα αυτά: η αστυνοµία και η αστυνόµευση, η απονοµή ποινικής δικαιοσύνης, η σωφρονιστική πολιτική διαµορφώνονται συχνά εν τοις πράγµασι έξω από κανόνες και όρια, µια που τα µόνα αντίδοτα στην κρίση τους είναι συνεχείς θεσµικές νοµοθετικές πρωτοβουλίες για την άµεση ανταπόκριση, την ταχύτητα, την αποσύµφόρηση, όλα µετρήσιµα µε αριθµούς που δεν δείχνουν στην ουσία τίποτα, µια που οι συγκρίσεις είναι εξορισµού επιφανειακές και το βάθος ανάλυσης έχει καταστεί και αυτό περίττό. Αλλά και η ίδια η εγκληµατικότητα έχει αλλάξει: όχι επειδή εισάγεται ή επειδή χρησιµοποιεί την τεχνολογία, αλλά επειδή έγινε αναπόσπαστο µέρος της καθηµερινότητας σε τέτοιο βαθµό, ώστε να θεωρείται δεδοµένη και αυτό αφορά την εγκληµατικότητα και των φτωχών και των πλουσίων.

Το πρόβληµα της σχέσης του εγκληµατολογικού λόγο αφενός µεν µε τις δηµόσιες πολιτικές και αφετέρου µε τις ίδιες τις κοινωνικές οµάδες, τους θεσµούς και τις διεργασίες, οι οποίες καθορίζουν τα χαρακτηριστικά και την εξέλιξη του φαινοµένου του εγκλήµατος και της αντιµετώπισής του εµφανίζεται διπλά οξυµένο στη χώρα µας. Στην Ελλάδα, ο εγκληµατολογικός λόγος, παρόλη τη σχετική ανάπτυξή του σε πανεπιστηµιακό επίπεδο, είναι διπλά περιθωριοποιηµένος. Πρώτα από την πολιτεία, η οποία όταν δεν παρασύρεται στη δίνη µιας διαρκούς υπερπολιτικοποίησης των σχετικών ζητηµάτων, παραµένει εγκλωβισµένη σε µια γραφειοκρατικού τύπου αντίληψη, η οποία βρίσκεται σε µόνιµη διάσταση µε την ουσιαστική εγκληµατολογική έρευνα και τον προβληµατισµό. Και έπειτα, ο εγκληµατολογικός λόγος είναι αποκοµµένος από το ίδιο το πεδίο του, µε την έννοια ότι η παραγόµενη εγκληµατολογική γνώση σπάνια απευθύνεται σε ευρύτερα ακροατήρια, και ακόµη σπανιότερα µετασχηµατίζεται σε παρέµβαση στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Η ανάπτυξη συνεπώς του εγκληµατολογικού λόγου συντελείται εν πολλοίς σε πείσµα των αντικειµενικών συνθηκών, τις οποίες διαπιστώνει κάποιος στη χώρα µας. Πρόκειται ουσιαστικά για την ανάπτυξη µιας υπανάπτυξης, η οποία όσο περισσότερο θα διαιωνίζεται, τόσο περισσότερο θα επιτρέπει στο πολιτικό σύστηµα να προκρίνει ανορθολογικές, ακόµη και αντιδραστικές προσεγγίσεις στα ζητήµατα της εγκληµατοποίησης, του εγκλήµατος και της αντιµετώπισής του.

Το πρόβληµα αυτό αφορά την ελληνική εγκληµατολογία στο σύνολό της. Βιώνεται όµως πιο δραµατικά από µια εγκληµατολογία, η οποία επιδιώκει συνειδητά τη σύνδεση της επιστηµονικής της παραγωγής µε τα κεντρικά ζητήµατα των ελευθεριών, της ισότητας, των δικαιωµάτων και της κοινωνικής δικαιοσύνης, µε δυο λόγια, µε το όραµα µιας πιο ελεύθερης και δίκαιης κοινωνίας, ιδίως ενόψει των δραστικών κοινωνικών αναδιαρθρώσεων της τελευταίας εικοσιπενταετίας και τελικά των επιπτώσεων της οξύτατης σηµερινής κρίσης.

Η οξύτητα των ερωτηµάτων είναι εύλογη: µε ποια επιστηµονική αξιοπιστία µπορεί κάποιος να ερευνήσει αυτά τα φαινόµενα, εάν δεν θέσει ερωτήµατα για τις αιτίες τους και εάν δεν αναλύσει τους δοµικούς, τους µακρο- και µικροκοινωνικούς παράγοντες που τα σηµατοδοτούν; Μπορούν οι εγκληµατολόγοι να περιοριστούν στην αποστασιοποιηµένη από την κοινωνική πραγµατικότητα επιστηµονική ουδετερότητα και να µην θέσουν προς έρευνα το εγκληµατικό ζήτηµα ως πολιτικό ζήτηµα, σε ότι αφορά τις αιτίες, την αντιµετώπισή του αλλά και την ιστορία του; Πολύ περισσότερο από ένα σύµπτωµα ή ένα λάθος ζωής, δεν αποτελεί το εγκληµατικό ζήτηµα ένα απόλυτα κοινωνικό ζήτηµα, αντικείµενο δηµόσιων πολιτικών και αποτέλεσµα µιας διαδικασίας διαλογής κοινωνικών στρωµάτων για µια θέση στην κοινωνική ιεραρχία;

Με άλλα λόγια, η ίδια η αναζήτηση των αιτίων του εγκλήµατος και της αντίδρασης σε αυτό δεν µπορεί να µην θέσει ερωτήµατα σχετικά µε τις κοινωνικές σχέσεις που το παράγουν, τις εξουσίες των τυπικών και άτυπων υποσυστηµάτων που παράγουν και αναπαράγουν την κοινωνική παρέκκλιση, την εγκληµατοποίηση, την υπερβολή, τις νοοτροπίες ζωής και τους υποπολιτισµούς ασύµµετρης βίας (όλων των ειδών) κρατικών εγκληµάτων και διαφθοράς, την µετατροπή της διακριτικής ευχέρειας σε αυθαιρεσία και την πρόταξη της σκοπιµότητας έναντι της νοµιµότητας.

Ιδίως σήµερα, η επιστηµονική ουδετερότητα πρέπει να προβληµατίζει, όχι µόνον για τους εξ ορισµού επιστηµονικούς περιορισµούς της και το στενό οπτικό πεδίο της, αλλά και επειδή η κυριαρχία αυτής της επιστηµολογίας έχει δώσει βήµα σε µια σειρά από ψευδοεπιστήµες του εγκλήµατος που έρχονται από τις θετικές επιστήµες, την Ιατρική ή τις Νευρο-Βιολογικές επιστήµες. Ιδίως ανησυχητική είναι η τάση να αποµειώνεται ο ουσιαστικός λόγος και προβληµατισµός των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστηµών σε µια τεχνική επιλογή «κατάλληλης» στατιστικής µεθοδολογίας και άρα σε µια ψευδαίσθηση επιστηµονικής γνώσης. Το πρόβληµα προφανώς δεν είναι η ανάπτυξη αυτών των επιστηµών, ούτε καν οι θέσεις τους, αλλά η σταδιακή κυριαρχία τους στο χώρο της πρόληψης του εγκλήµατος και της ποινικής καταστολής. Μακροπρόθεσµα αυτή η τάση οδηγεί στην κατασκευή προτύπων ιδεατών ανθρώπων και κοινωνιών. Ο εγκληµατολογικός λόγος δύσκολα πια µπορεί να ταχθεί υπέρ µιας επιστηµονικής ουδετερότητας που αναπτύσσεται αγνοώντας τα ζητήµατα αυτά και την ίδια την κοινωνία.

Από την άλλη πλευρά, ποια µπορεί να είναι η αξιοπιστία ενός επιστηµονικού λόγου που παίρνει πολιτική ουσιαστικά θέση για τις κοινωνικές σχέσεις, την έρευνα και την ανάλυσή του; Πως τεκµηριώνεται η επιστηµονική αµεροληψία ως προς τα αποτελέσµατα και τους περιορισµούς ή ως προς τις ερωτήσεις και τη µέθοδο; Τι µας διαβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται απλά για µία µεροληπτική καταγραφή κοινωνικών φαινοµένων; Ο ίδιος ο Becker υπογράµµιζε πως δεν είναι τα ερωτήµατα που θέτει κάποιος µόνον, είναι η επιστηµονική συνέπεια, οι οριοθετήσεις και η αναγνώριση των περιορισµών, οι προσεκτικές γενικεύσεις, η τήρηση των τεχνικών κανόνων της έρευνας και η αναγνώριση του λάθους.

Επιπλέον, πενήντα χρόνια µετά, η αξιοπιστία ενός τέτοιου «πολιτικού» λόγου προκύπτει από τα ίδια τα «επιτεύγµατά» του. Είναι η ίδια η αµφισβήτηση της επιστηµολογικής ουδετερότητας που έδωσε ώθηση στις Κοινωνικές Επιστήµες και την Εγκληµατολογία, ιδίως επειδή η διεκδίκηση της πολιτικής θέσης (δηλαδή, ότι κάνουµε έρευνα όχι µονον από την πλευρά του Κράτους και για το Κράτος, αλλά για την ταξικά δοµηµένη κοινωνία), ήταν η θέση εκείνη που επέτρεψε την έρευνα στους ίδιους τους θεσµούς και τους µηχανισµούς που χειρίζονται το έγκληµα, έθεσε το ίδιο το Κράτος στο επίκεντρο της έρευνας ως παράγοντα εγκληµατογένεσης, εθεσε υπό έρευνα το έγκληµα σε όλες τις διαστάσεις του και σε όλη την κλίµακα της κοινωνικής ιεραρχίας και ανέδειξε τον διαταξικό αλλά και ενδοταξικό χαρακτήρα του, όπως και τον απόλυτα κοινωνικό χαρακτήρα της Εγκληµατολογίας.

Με αυτούς τους όρους το επίκεντρο της συζήτησης αφορά στον προσανατολισµό και τις πρακτικές προτεραιότητες µιας Εγκληµατολογίας που θα αυτοχαρακτηρίζεται προοδευτική και θέτει ένα βασικό ερώτηµα: ποιά είναι και ποιά θα µπορούσε να είναι η σχέση της εγκληµατολογικής γνώσης µε τα πεδία τα οποία αποτελούν το αντικείµενό της; Ποιά είναι τα περιθώρια παρέµβασης των εγκληµατολόγων στη διαµόρφωση της κοινωνικής κίνησης, την πολιτική και τη δράση των κοινωνικών κινηµάτων σε µια κατεύθυνση κοινωνικής αλλαγής;

Τα προβλήµατα αυτά είναι ανάγκη σήµερα όσο ποτέ να συζητηθούν ξανά, ιδίως στη χώρα µας. Το µεταναστευτικό ζήτηµα και η εγκληµατοποίηση του, το προσφυγικό πρόβληµα που σήµερα µονοπωλεί την επικαιρότητα, η εγκληµατικότητα του δρόµου, τα ναρκωτικά, οι διάφορες µορφές οργανωµένου εγκλήµατος, το κρατικό και το κρατικό –εταιρικό έγκληµα, η διεύρυνση του πεδίου εφαρµογής του ποινικού νόµου, η απονοµή δικαιοσύνης, το δόγµα της ασφάλειας και η στρατιωτικοποίηση της αστυνοµίας, η σωφρονιστική µεταχείριση και η κρίση της φυλακής αποτελούν µερικά µόνον από τα ζητήµατα που µπορεί κάποιος να αναφέρει ως «παραδείγµατα» για να εξετάσει τις αντικειµενικές συνθήκες που τα παράγουν, τις εξουσίες που τα διαµορφώνουν και αναπαράγουν τον επίσηµο και τον ακαδηµαϊκό λόγο γι΄αυτά, τις πολιτικές που υιοθετούνται και τη σχέση τους µε την επιστηµονική έρευνα, την απαξίωση της τελευταίας και την υποκατάστασή της από «πρακτικές λύσεις» άµεσης απόδοσης και µμακροπρόθεσμης «καταστροφής».

Η Ελληνική Εταιρεία Μελέτης του Εγκλήµατος και του Κοινωνικού Ελέγχου, µε το σκεπτικό ότι σε περιόδους κρίσεων όπου όλα επαναπροσδιορίζονται, είναι ανάγκη να υπάρξει ένας δηµιουργικός αναστοχασµός για την πορεία της Εγκληµατολογίας και της εγκληµατολογικής έρευνας, θέτει ξανά τον προβληµατισµό που έθεσε αρχικά ο Howard Becker. Η σηµασία του, εκτός από όλα όσα προαναφέρθηκαν, έγκειται επιπλέον στο γεγονός, ότι σήµερα µπορεί ο προβληµατισµός να παραµένει επίκαιρος, αλλά το πλαίσιο έχει αλλάξει. Ποιό λοιπόν είναι το σηµερινό επιστηµολογικό και κοινωνικό διακύβευµα που διαµορφώνεται υπό αυτές τις συνθήκες για την Εγκληµατολογία ιδίως για την Εγκληµατολογία στην Ελλάδα;

1ο Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης του Εγκλήµατος και του Κοινωνικού Ελέγχου

Εξουσίες, επιστηµονική ουδετερότητα και εγκληµατολογικός λόγος:

ένας χρόνος από την ίδρυση της ΕΕΜΕΚΕ—50 χρόνια H. Becker ‘Whose side are we on?’

Το Πρώτο Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρίας Μελέτης του Εγκλήµατος και του Κοινωνικού Ελέγχου, το οποίο συµπίπτει και µε τον ένα χρόνο λειτουργίας της Εταιρείας, θα προσφέρει ένα βήµα ουσιαστικού και προβληµατισµού και διαλόγου, επιχειρώντας να αποτιµήσει υπό το φώς των παραπάνω ερωτηµάτων τη συσχέτιση έρευνας, θεωρίας, πράξης (ποινικής αντίδρασης) και δηµόσιων πολιτικών στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Το Συνέδριο θα πραγµατοποιηθεί στην Αθήνα στις 24, 25 και 26 Μαΐου 2016.